..........
Θα σε θυμηθώ
όπως θέλω εγώ
με τα μάτια κλαμένα, με τα μάτια κλαμένα
μόνο για μένα.
Θα σε θυμηθώ
σαν τρελό φορτηγό
με τα φρένα σπασμένα, με τα φρένα σπασμένα
να πέφτεις σε μένα.
Θα σε θυμηθώ.
..........
(ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΚΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΙΟΣ)
Αρχικά μοιάζει σαν ένα από τα χιλιάδες «καψούρικα» τραγουδάκια που ακούγονται με κατάνυξη στα - κατά τον μακαρίτη Βαγγέλη Γιαννόπουλο – «πολιτιστικά μας κέντρα» και δίνουν ένα καλό νυχτοκάματο στα γκαρσόνια , τις λουλουδούδες και τους παρκαδόρους. Ένας ερωτευμένος, θύμα της αγάπης του προς κάποια άσπλαχνη, την παρακαλάει να τον αγαπήσει κι’ αυτή, και μάλιστα με τρόπο απελπισμένο και, στην κυριολεξία, ξέφρενο. Κι’ όλα αυτά, για να γίνει ευτυχισμένος; Όχι βέβαια! Θέλει να την δει να πέφτει απάνω του, κλαμένη και τρελαμένη. Θέλει να μετατραπεί σε θύτη και, έτσι μόνο να νοιώσει την ευτυχία.
Πάμε παρακάτω:
Ο Αβραάμ, ήταν θύτης του γιού του ή θύμα της πίστης του προς τον Ιεχωβά;
Ο Αγαμέμνων, ήταν θύτης της κόρης του, ή θύμα του χρέους του για την επιτυχία της εκστρατείας στην Τροία;
Ο Πρωτομάστορας, στο γεφύρι της Άρτας, ήταν θύτης της γυναίκας του, ή θύμα του επαγγελματισμού του;
Και αν για τους θύτες ήταν θέμα προτεραιοτήτων, για τα θύματα, τι θέμα ήταν; Μπορούσαν, άραγε, να ξεφύγουν από τη μοίρα τους και, αν ναι, γιατί δεν το έκαναν;
Πάμε ακόμη παρακάτω:
Στο γνωστό σύνδρομο της Στοκχόλμης, όπου κατά την κατάληψη ενός τραπεζικού καταστήματος από κακοποιούς, οι όμηροι ταυτίστηκαν με τους απαγωγείς των σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποιοι από αυτούς συγκέντρωναν χρήματα για τα έξοδα της δίκης των, ενώ κάποιοι άλλοι παρέστησαν στη δίκη των σαν μάρτυρες υπεράσπισης, πόσο θύτες ήταν οι θύτες, πόσο θύματα ήταν τα θύματα;
Στην περίπτωση της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, πολλές φορές το προσφιλέστερο πρόσωπο του νεκρού θεωρείται σαν «θύμα» της απώλειας, (χωρίς βέβαια ο απελθών να θεωρείται θύτης!!!). Πόσα χρόνια όμως μπορεί να κρατήσει, ακόμη και το πιο βαρύ πένθος; Μήπως, από κάποιο σημείο και μετά, ο πενθών, (το «θύμα» δηλαδή) ολοκληρώνεται πια σαν ύπαρξη, λόγω και της βαριάς απώλειας, μέσα από το πένθος; Μήπως φοβάται ότι, αν σταματήσει να πενθεί, θα πάψει να υπάρχει; Και, αν τα πράγματα έχουν έτσι, πόσο «θύμα» είναι ο πενθών;
Τα δύο τελευταία παραδείγματα ίσως να φαντάζουν παράδοξα, επειδή δέχονται περισσότερες της μίας αναγνώσεις, μαζί όμως με τα υπόλοιπα δείχνουν πόσο δυσδιάκριτα είναι, μερικές φορές, τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος. Και χωρίς να υπάρχει πρόθεση μαζικής και άκριτης αθώωσης των απανταχού θυτών, κάθε άλλο μάλιστα, θα ήθελα να σταθώ λίγο στο φαινόμενο της μαζικής και άκριτης μαρτυροποίησης των απανταχού θυμάτων.
Διακρίνονται πολλών ειδών θύματα:
Κατ’ αρχήν, είναι αυτοί που προξενούν κακό στον εαυτό τους προκειμένου να προκαλέσουν καλό σε κάποιον άλλο χωρίς, πολλές φορές, να το έχει ζητήσει αυτός. Είναι αυτοί θύματα; Πιθανό να είναι θύτες του εαυτού τους, με κανένα τρόπο όμως δεν είναι θύματα.
Μετα είναι αυτοί που όταν τα πράγματα δεν γίνονται όπως επιθυμούν -ή, ακόμη και όταν,καποιες φορές, γίνονται - πιστεύουν ότι αδικήθικαν, ρίχτηκαν, αγνοήθηκαν. Αυτοί μπορούν ίσως να θεωρηθούν θύματα της μη ανοχής τους προς το διαφορετικό, πάντως όχι θύματα άλλων.
Τον κύκλο κλείνουν (;) αυτοί οι οποίοι προσφέρονται εύκολα να κάνουν αυτά που άλλοι αποφεύγουν, αρνούνται ή παραμελούν να κάνουν, αυτοί που δεν δείχνουν τη δυσαρέσκεια τους όταν τους εκμεταλλεύονται οι άλλοι, αυτοί που από δειλία ή αδυναμία τους αποφεύγουν τις συγκρούσεις, αυτοί που από έλλειψη αυτοεκτίμησης θεωρούν την αδυναμία τους ανωτερότητα και, τέλος, αυτοί που συνειδητά αποδέχονται το ρόλο του μάρτυρα. Είναι μήπως και αυτοί θύματα; Όχι βέβαια! Όλοι είχαν τουλάχιστον άλλη μία επιλογή την οποία αγνόησαν.
Τελικά, μήπως τα θύματα δεν είναι τόσο πολλά; Μήπως ο λόγος που οι παραπάνω κατηγορίες «θυμάτων» μας είναι οικείες, είναι ακριβώς το ότι, πολλές φορές, διεκδικούν κατανόηση, συμπάθεια, αναγνώριση και, τελικά, υποταγή στην, κατα τη γνώμη τους, ηθική τους ανωτερότητα χωρίς πάντα να το αξίζουν; Μήπως τα πραγματικά θύματα παραμένουν τις περισσότερες φορές άγνωστα – και παρεξηγημένα – γιατί δεν τους παραχωρείται βήμα διαμαρτυρίας, γιατί προτιμούν να υπομένουν σιωπηρά τη μοίρα τους, γιατί η αξιοπρέπεια τους δεν τους επιτρέπει να εκτεθούν στο δημόσιο οίκτο;
Τέλος, δεν είναι λίγοι αυτοί που η καλοσύνη τους, η ανεκτικότητα τους, η ανωτερότητα τους, τους μετατρέπουν σε θύματα των παραπάνω «θυμάτων».
Μπορούμε νομίζω να καταλήξουμε σε δύο σύντομες προτάσεις σαν συμπέρασμα:
Αυτοί που έγιναν θύτες επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή, δεν είναι θύτες, τουλάχιστον όχι πάντα. Γι’ αυτούς, το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους συμπονέσουμε.
Αυτοί που έγιναν θύματα ενώ είχαν άλλη επιλογή, δεν είναι θύματα, τουλάχιστον όχι πάντα. Αυτοί το λιγότερο που μπορούν να κάνουν είναι να σταματήσουν την προσπάθεια να προκαλούν τον οίκτο μας. Αν ιδούν την όποια θυσία επέλεξαν να κάνουν, σαν προσφορά, θα κερδίσουν την αληθινή εκτίμηση κάποιων, ενώ αν συνεχίσουν να παρουσιάζονται – είτε επειδή το πιστεύουν, είτε επειδή υποκρίνονται – σαν Ισαάκ, Ιφιγένειες, ή Γυναίκες του Πρωτομάστορη θα κερδίσουν τον ψεύτικο οίκτο κάποιων άλλων. Η επιλογή θα είναι πάλι δική τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου