Κυρ λοχαγέ κυρ λοχαγέ
Μας έσπασες τον αργιλέ
Τον έγειρε ο μανδύας σου
Απ’ την απροσεξία σου
Τον έσπασε ο μανδύας σου
Γαμώ την Παναγία σου
Έσπασες και τα καλάμια
Μείναν τα παιδιά χαρμάνια
…………………………………………
(Παλιό λαϊκό «μουρμούρικο» τραγούδι)
Κυρ υπουργέ κυρ υπουργέ
Μας έκλεισες τον καφενέ
Λερώθηκε η θητεία σου
Απ’ την απροσεξία σου
Μας τα’ πριξε η υγεία σου
Γαμώ την Παναγία σου
Έκλεισες και τα μπαράκια
Και μας πνίγουν τα μεράκια
…………………………………………
(Νέο λαϊκό «σιχτίρικο» τραγούδι)
Ήταν αναμενόμενο, ήταν αναπόφευκτο, ήταν μοιραίο να συμβεί. Ο νόμος για την απαγόρευση του καπνίσματος άρχισε να πριονίζεται και από την κυβέρνηση που τον έφερε στη βουλή και τον ψήφισε. Τελικά, σ’ αυτή την κυβέρνηση ο μόνος που λέει ότι δεν φοβάται το πολιτικό κόστος, και το εννοεί, πρέπει να είναι ο πρωθυπουργός. Πάλι καλά!
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Ο Νόμος για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους είναι:
Nόμος αυστηρός, γιατί οι απαγορεύσεις του συνοδεύονται και από κυρώσεις άμεσης επιβολής, σε «ενεργητικούς» και «παθητικούς» παραβάτες.
Nόμος δίκαιος, γιατί αφορά σε όλους τους κατοικούντες στην Ελλάδα, χωρίς οικονομικές, κοινωνικές, ή άλλες διακρίσεις.
Nόμος καθολικής προστασίας της υγείας από τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, σε δημόσιους χώρους.
Nόμος δημοκρατικός γιατί, για πρώτη ίσως φορά, λαμβάνεται υπ’ όψη η θεμελιώδης δημοκρατική αρχή ότι η ελευθερία του καθενός πρέπει να σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για την ελευθερία της προστασίας του πολυτιμότερου μας αγαθού, της υγείας μας.
Nόμος, τέλος, που συνέπεσε με μία άσχημη οικονομική συγκυρία, όχι τόσο επειδή έγινε αιτία να μειωθεί το εισόδημα των «πληττομένων», αλλά επειδή έδωσε την ευκαιρία για κλάψα σε μία κατηγορία επαγγελματιών οι οποίοι, αν έχουν κάτι άξιο για λύπηση, αυτό είναι η πελατεία τους.
Και, για να μην ξεχνιόμαστε, αυτοί που κλαίγονται και ζητούν την κατανόηση μας είναι αυτοί οι ίδιοι που, στις καφετέριες και τα μπαράκια:
-Δεν μας κόβουν αποδείξεις αν δεν τους το ζητήσουμε και, μερικές φορές, όταν τους το ζητάμε, μας πετούν με περιφρόνηση την απόδειξη που άφησε κάποιος άλλος, σαν να μας λένε «πάρε ρε λιγούρη και ξεκόλλα μου».
-Δεν μπορούν να προσφέρουν ένα καλό καφέ, ένα νόστιμο αφέψημα, ένα γνήσιο ποτό, συμπληρωμένα με λίγη ευγένεια και ένα χαμόγελο.
-Σπάνια είναι επιμελημένοι στην εμφάνιση και η εικόνα που έρχεται στο μυαλό μας όταν τους θυμόμαστε είναι, άβαφτα παπούτσια, άπλυτα μπλουτζίν, αξύριστα και νυσταλέα πρόσωπα, άλουστα και αχτένιστα μαλλιά.(Τα ανάλογα ισχύουν και για τους εκπροσώπους του άλλου φύλου).
Είναι αυτοί οι ίδιοι που, στα φαστφουντάδικα, στα σουβλατζίδικα, στις ψησταριές και στα εστιατόρια, πέρα από την αποφυγή παροχής απόδειξης ,τη φτωχή ποιότητα, την έλλειψη ευγένειας και την ατημέλητη εμφάνιση, μας πουλάνε το κατεψυγμένο για νωπό, το ξαναζεσταμένο για φρεσκομαγειρεμένο, το περίσσευμα του Σαββατοκύριακου για σπεσιαλιτέ της Δευτέρας, σε τιμές εστιατορίου πρώτης κατηγορίας.
Είναι αυτοί οι ίδιοι που, στα σκυλάδικα της παραλιακής και στα λοιπά «πολιτιστικά κέντρα», εκτός από αυτά που μνημονεύσαμε παραπάνω, μας στοιβάζουν σαν σαρδέλες, μας σερβίρουν σε ανοιγμένα μπουκάλια μπόμπες, μας πουλάνε λουλούδια μαζεμένα από το πάτωμα και μας χρεώνουν ότι τους καπνίσει.
Πολλοί από αυτούς είναι άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι άλλο στη ζωή τους και επέλεξαν το χώρο της εστίασης και της ψυχαγωγίας σαν την εύκολη λύση, σαν τη λύση της «αρπαχτής». (Βέβαια, σε αυτό βοηθάμε και εμείς γιατί είμαστε σαβουριάρηδες στο φαγητό, άρχοντες στην πληρωμή και αμνήμονες στα παθήματα μας). Άλλοι πάλι, στήσανε αυτές τις επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας τα χρήματα κάποιας κρατικής επιδότησης, που για άλλο λόγο είχαν εισπράξει.
Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, λίγες δυστυχώς, αλλά αυτοί δεν παραπονιούνται γιατί αυτοί, είτε επιτρέπεται, είτε απαγορεύεται το κάπνισμα, έχουν πάντα κόσμο.
Στα άλλα μαγαζιά είναι γεγονός ότι οι πελάτες λιγόστεψαν, γιατί όμως;
Κατ’ αρχή αυτοί που η μείωση του εισοδήματος τους λόγω της κρίσης, ή η απώλεια εισοδήματος λόγω ανεργίας, τους έφερε σε οριακό σημείο ως προς τη δυνατότητα διάθεσης χρημάτων για ψυχαγωγία, ξεκίνησαν τις περικοπές από τα μη αναγκαία. Αν οι μαγαζάτορες, που βρήκαν τον εχθρό στο νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, δεν με πιστεύουν, ας ρίξουν τις τιμές τους, ανεβάζοντας ταυτόχρονα την ποιότητα και την εξυπηρέτηση και θα δουν την πελατεία τους να αυξάνεται σε ρυθμούς που δεν θα ανέμεναν.
Και συ καλέ μου καπνιστή, φτωχέ μου αυτόχειρα, που από τη μια σου λείπει το κάπνισμα στους χώρους που το είχες συνηθίσει, άλλα από την άλλη, στο βάθος της καρδιάς σου, νοιώθεις ωραία που η πολιτεία νοιάζεται για την υγεία σου, τι φταις;
Γιατί αφήνεις αυτούς που ποτέ δεν σε σεβάστηκαν σαν άνθρωπο και σαν πελάτη, να «αγωνίζονται» για το δικαίωμα σου στην αποφρακτική πνευμονοπάθεια, στο φράξιμο των αρτηριών και στον καρκίνο του πνεύμονα;
Και κάτι τελευταίο, αυτό για την κυβέρνηση. Πότε θα πάψει να τρομοκρατείται από ψοφοδεείς βουλευτές, που έχουν μάθει να λένε ναι σε όλους και σε όλα για χάρη αυτού του έρμου του σταυρού, που δεν μπορούν να διακρίνουν τα πραγματικά κίνητρα του κάθε επιτήδειου «παραπονούμενου», «απελπισμένου», ή «αγανακτισμένου» και που το κάθε απίθανο αίτημα της κάθε ομαδούλας το μεταφέρουν σαν καθολική απαίτηση της εκλογικής μας (τους) βάσης;
Γιατί, αν η περαίωση πήγε κάτω σαν καθάρσιο, λόγω της υστέρησης στα έσοδα, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις του μνημονίου, το υπόθετο της κατάργησης ενός τόσο καλού, για όλους, νόμου κανείς δεν θα το πάρει και τότε θα δεί η κυβέρνηση τι σημαίνει πολιτικό κόστος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου