Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Η ΠΟΡΤΑ

Κάθε χρόνο, όταν κατεβαίνουμε στην πατρίδα μου για διακοπές, τις ξεκινούμε με μία λίστα των μερεμετιών που δεν προκάναμε να τελειώσουμε πέρσι,για να τα κάνουμε φέτος, και τις τελειώνουμε με μία λίστα των μερεμετιών που δεν προκάναμε να τελειώσουμε φέτος και που θα πρέπει να περιμένουν μέχρι του χρόνου.

Το παλιό σπίτι βλέπεις, είναι σαν το γέρο. Όλο και κάτι περισσότερο χρειάζεται κάθε φορά για να μπορεί να στέκει, να εξυπηρετεί, να υπηρετεί, να μην καταρρεύσει. Όταν μάλιστα το σπίτι αυτό είναι το πατρικό σου, δηλαδή το αποδεικτικό της συνέχειας της ζωής και ο χώρος της ζωής της ρίζας σου, όλο και πιο πολύ το νοιάζεσαι, όλο και πιο πολύ στενοχωριέσαι όταν το βλέπεις να γερνάει, όλο και πιο πολύ θέλεις να το φροντίσεις.

Ένα από τα φετινά προβλήματα που η λύση τους δεν έπαιρνε αναβολή, ήταν η πίσω πόρτα. Η διάγνωση είχε γίνει πρόπερσι. Το κάτω μέρος είχε σαπίσει, υπήρχε φόβος να διαλυθεί και χρειαζόταν επέμβαση. Επισκευή ή αλλαγή, θα το βλέπαμε όταν ερχόταν η ώρα, αλλά κλείναμε προς τη δεύτερη λύση. Πρόπερσι δεν το βάλαμε μπροστά γιατί έλειπε ο μαραγκός, πέρσι δεν προκάναμε γιατί χρειάστηκε να επιστρέψουμε επειγόντως στην Αθήνα, αλλά φέτος δεν έπαιρνε άλλη αναβολή γιατί οι χαραμάδες είχαν γίνει πια τρύπες, από τις οποίες μόνο γάτες δεν χωρούσαν.

Ο Μηνάς, ο μαραγκός που είχε φτιάξει αυτή την πόρτα, παλιός φίλος, είναι σήμερα πάνω από ογδονταπέντε χρόνων, αλλά έχει και έναν αδερφό, τον Λάζαρο, επίσης μαραγκό και επίσης φίλο, νεότερο, κοντά στα ογδόντα. Δώσαμε λοιπόν ραντεβού στο μαγαζί του δεύτερου, που είναι και πιο κοντά στο σπίτι μου, και τη συμφωνημένη μέρα και ώρα, η γυναίκα μου κι εγώ πήραμε την πόρτα στα χέρια και πήγαμε στο ξυλουργείο. Δεν έγινε τίποτα, γιατί ο Μηνάς το είχε ξεχάσει και είχε πάει με το αυτοκίνητό του για μία δουλειά της γυναίκας του και ο Λάζαρος δεν είχε ειδοποιηθεί από το Μηνά και είχε πάει για ψάρεμα. Το ραντεβού ανανεώθηκε για την επομένη.

Αυτή τη φορά τα καταφέραμε και σμίξαμε. Έβαλε ο ένας αδερφός να φτιάξει καφέ, έπλυνε ο άλλος κάτι αχλάδια που είχε κόψει από την αχλαδιά του, βρέθηκαν και κάτι λαδοπαξίμαδα και λίγο τυρί, ο ήλιος ήταν ακόμα χαμηλούτσικα, κράταγε άμυνα και ο ίσκιος της μουριάς που ήταν έξω από το μαγαζί, και ήταν ότι έπρεπε ένα κολατσιό και μία συζήτηση γύρω από το τι θα κάναμε με την πόρτα. Πριν καλά καλά αρχίσουμε, φάνηκε ένας κοινός μας φίλος που γύριζε από το κυνήγι και καθώς μας είδε και τους τρεις να μιλάμε, με τους καφέδες και τα παξιμάδια πάνω στην πόρτα που ακουμπούσε ξαπλωμένη σε δύο στρίποδα, μας φώναξε: «Χαιρετίζω την τρόικα που συνεδριάζει».

Αυτό ήταν. Έφτασε η λέξη τρόικα για να μας αλλάξει το θέμα, το κέφι και το πρόγραμμα. Το θύμα βέβαια ήμουν εγώ, γιατί, σαν φερμένος από την Αθήνα (παρ’ όλο που εδώ και πολλά χρόνια δεν ζω στην Αθήνα), σαν φιλοκυβερνητικός ( παρ όλο που και αυτοί το ίδιο ήταν ), έπρεπε να έχω επιχειρήματα για όλα όσα έπραττε, ή δεν έπραττε, η κυβέρνηση, καθώς και απαντήσεις για όλα αυτά για τα οποία κατηγορούσαν την κυβέρνηση τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αφού μιλήσαμε για όλα τα σχετικά, από το κούρεμα μέχρι τα σπρεντς, και από την έξοδο από την ευρωζώνη μέχρι τις θαλάσσιες έρευνες της Κύπρου για φυσικό αέριο στο οικόπεδο 12 της κυπριακής ΑΟΖ, και μιας και είχαμε τελειώσει με τον καφέ και τα παξιμάδια, τόλμησα να τους ρωτήσω τι θα κάνουμε με την πόρτα, γιατί η ώρα περνούσε και η γυναίκα μου με τις εγγονές μας με περίμεναν να πάμε στη θάλασσα για μπάνιο.

Γυρίσαμε λοιπόν ξανά την κουβέντα στο κύριο θέμα και γρήγορα συμφωνήσαμε και οι τρεις ότι δεν χρειαζόταν να φτιάξουμε καινούργια πόρτα, αφού μία σωστή επισκευή θα της έδινε παράταση ζωής για μερικά χρόνια ακόμα και θα στοίχιζε πολύ φτηνότερα. Επόμενο ερώτημα για απάντηση ήταν, πώς θα γινόταν η επισκευή, ώστε να έχουμε το βέλτιστο λειτουργικό και αισθητικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό βέβαια με την μεγαλύτερη αντοχή. Καταλήξαμε ότι θα κόβαμε τα σάπια κομμάτια σε τέτοιο σημείο, ώστε η μάτιση του παλιού με το νέο να γινόταν στη μέση της κάτω τραβέρσας που μαζί με την πάνω τραβέρσα και με μία διαγώνια τάβλα κρατούσαν τις κάθετες ραμποτέ σανίδες στη θέση τους. Και ενώ είμαστε έτοιμοι να ανιχνεύσουμε την απάντηση στο τρίτο κρίσιμο ερώτημα, τι ξύλο δηλαδή θα χρησιμοποιούσαμε για να αντικαταστήσουμε αυτά που θα αφαιρούσαμε, ο Μηνάς θυμήθηκε πόσο καλός ήταν ο μακαρίτης ο πατέρας τους, ο γέρο Κοσμάς, μαραγκός κι αυτός, στο να κάνει ματίσεις σχεδόν αόρατες, ακόμη και όταν χρησιμοποιούσε διαφορετικών ειδών ξύλα.

Δε θέλει δα και πολύ ο στραβός για να χάσει το δρόμο του. Από τον πατέρα των αδερφών, θυμηθήκαμε το σιδερά που ήταν απέναντι, το «εργοστάσιο» ηλεκτροπαραγωγής και αναψυκτικών, αλλά και ελαιοτριβείο, που ήταν λίγο πιο πάνω, την ταβέρνα που ήταν λίγο πιο κάτω και, για να μην τα πολυλογώ, μετά από κανένα μισάωρο, είχαμε μνημονεύσει όλα τα μαγαζιά, φούρνους, κουρεία εστιατόρια, χασάπικα, τσαγκάρικα, ψιλικατζίδικα και πολλά άλλα, που είχαν κλείσει και στη θέση τους είχαν ξεφυτρώσει καταστήματα με τουριστικά είδη και παραδοσιακά προϊόντα, όπως και καφετέριες, μπαρ και μεσιτικά γραφεία.

Και πάλι αναγκάστηκα να επαναφέρω την ομάδα στην τάξη, γιατί είχα αρχίσει κιόλας να φοβάμαι ότι δεν θα προλάβαινα το μπάνιο και θα είχα γκρίνια από τις εγγονές μου. Το τρίτο λοιπόν ερώτημα, τι ξύλο δηλαδή θα χρησιμοποιούσαμε, απαντήθηκε σχετικά εύκολα, «από την ίδια τη ζωή», που λένε. Σανίδες ραμποτέ δεν υπήρχαν, δεν υπήρχε ούτε τάβλα τόσο φαρδιά, άσε που θα σκέβρωνε, καταλήξαμε λοιπόν στο κόντρα πλακέ θαλάσσης το οποίο, κατά την άποψη του Λάζαρου ήταν η καλύτερη λύση. Την άποψη αυτή την στήριζε στο ότι στα παλαιότερα χρόνια οι υλοτόμοι έκοβαν τα δένδρα μόνο στη χάση του φεγγαριού, γι αυτό τα ξύλα δεν έπιαναν σκουλήκι ή σαράκι, ενώ τώρα που δεν τηρούν αυτόν τον κανόνα όλα τα ξύλα είναι άχρηστα, εκτός από το κοντραπλακέ θαλάσσης, που και αυτό βέβαια, από ξύλα γίνεται, αλλά για να το λέει ο Λάζαρος, έτσι θα είναι .

Το κακό τρίτωσε, όταν είχαμε πάρει τα μέτρα και είχαμε κόψει το κοντραπλακέ στις διαστάσεις που έπρεπε. Από το πουθενά, φάνηκε ένα φορτηγάκι πράσινο, φορτωμένο με ντομάτες, πεπονάκια και αμπελοφάσουλα. Ο οδηγός ήταν μικροπαραγωγός και μανάβης από την απέναντι στεριά, αλλά και παλιός φίλος των δύο αδερφιών. Αφού λοιπόν χαιρετήθηκαν εγκάρδια και αλληλοπληροφορήθηκαν τα της υγείας των, διαδικασία λίγο χρονοβόρα λόγω της ηλικίας των, άρχισαν μία κουβέντα για το ψάρεμα και το κυνήγι, τα δολώματα και τα καρτέρια, τις φουρτούνες που δεν τους αφήναν να ψαρέψουν και τα ραντίσματα με φυτοφάρμακα στη Ρωσία που σκότωναν τα πουλιά και λιγόστευαν τα κυνήγια. Και ενώ η αγωνία μου αν θα προλάβω το μπάνιο, όλο και μεγάλωνε, ήρθε η λύτρωση με ένα τηλεφώνημα της γυναίκας μου που με πληροφορούσε, αρκούντως συγχισμένη από τη γκρίνια των εγγονών, ότι, λόγω παρόδου της ώρας, το μπάνιο ματαιωνόταν και ότι έλπιζε τουλάχιστον να φάμε μαζί το μεσημέρι.

Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, τα αδέρφια με σύστησαν στο μανάβη, τον Αντώνη, και του είπαν, περιπαίζοντάς με και γελώντας ότι τους είχα πάει μία πόρτα για επισκευή και ότι ήμουν και βιαστικός. Ο μανάβης μου είπε, πηγαίνοντας προς το φορτηγάκι του, πως όσοι βιάζονται, και αργούν και χάνουν. Γύρισε γρήγορα με ένα φορητό ψυγειάκι, ένα μπουκάλι τσίπουρο, ένα λεμόνι και λίγα ατζούρια τρυφερά. Ζήτησε ένα πιάτο, άνοιξε το ψυγειάκι και έβγαλε από μέσα μερικές φούσκες που του τις είχε δώσει το πρωί, πριν μπει στο φεριμπότ, ένας φίλος. Ανοίξαμε τις φούσκες. Τις καθαρίσαμε, τους βάλαμε μπόλικο λεμόνι, φέραν και τα αδέρφια λίγο λάδι και άρχισε η λιτή μας πανδαισία.

Φούσκες, ατζούρια, τσίπουρο, ίσκιος μουριάς και καλή παρέα. Τι άλλο μπορεί να ποθήσει κανείς ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, περιμένοντας δύο παλιούς φίλους φίλους να του επισκευάσουν μία παλιά πόρτα; Τι άλλο να θέλει όταν τα προβλήματα έχουν έρθει στις πραγματικές τους διαστάσεις και δεν στοιχειώνουν, δεν τον αγχώνουν, δεν τον πετροβολούν;

Άλλο ένα λοιπόν λακριντί, όπως εμείς λέμε το κουβεντολόι, ξεκίνησε, από αυτά που δεν έχουν αρχή και τέλος, που πετάγονται από θέμα σε θέμα, χωρίς σειρά, που σχολιάζουν όλους τους γνωστούς καλοπροαίρετα, δίχως να τους θάβουν, που οι υπερβολές και τα αθώα ψέματα καλύπτουν μεγάλο μέρος τους και που, τέλος, όταν κάποια στιγμή τελειώσουν, όλοι αισθάνονται καλύτερα.

Οι άνθρωποι εδώ, στον τόπο μου, ζουν την ίδια πραγματικότητα, την ίδια συγκυρία, την ίδια άσχημη οικονομική και πολιτική κατάσταση με τους ανθρώπους των πόλεων, σε άλλο όμως περιβάλλον. Δεν είναι ότι δεν ενδιαφέρονται, δεν ενημερώνονται, δεν παρακολουθούν τα γεγονότα. Τα δελτία όμως των οκτώ, ή των εννέα, ή οποιασδήποτε άλλης ώρας, μοιάζουν με μία παρένθεση κόλασης σε μία ζωή στον παράδεισο που τους προσφέρουν, ο καθαρός ουρανός, η γαλάζια θάλασσα, η αρμονία της φύσης, τα ανθρώπινα μεγέθη σε όλα, στα σπίτια, στους κήπους, στους δρόμους, οι χαλαροί ρυθμοί στους οποίους κυλάει ο χρόνος και η κοινωνία των συγγενών, των φίλων και των γνωστών.

Για τους κατοίκους των πόλεων όμως, δεν ισχύει το ίδιο. Για αυτούς, τα δελτία των ειδήσεων μοιάζουν με μία παρένθεση κόλασης, σε μία ζωή μέσα σε μίαν άλλη κόλαση που τους προσφέρουν, ο μουντός από τη ρύπανση της ατμόσφαιρας ουρανός, η κακοποίηση, μέχρι εξαφάνισης, της φύσης, τα βρώμικα και απρόσωπα μεγάλα σπίτια, οι βρώμικοι και μποτιλιαρισμένοι δρόμοι, το άγχος για το κυνήγι του χρόνου, μέσα σε μία κοινωνία αγνώστων, ταλαιπωρημένων, άκεφων για κάθε τι, υπάρξεων.

Περνά η ώρα όμως με το κουβεντολόι, οι φούσκες τέλειωσαν, το μπουκάλι με το τσίπουρο κοντεύει να αδειάσει, τα ατζούρια σώνονται κι αυτά, και η πόρτα μου ακόμα περιμένει να επισκευαστεί. Όταν τόλμησα να αναρωτηθώ μεγαλόφωνα, πώς θα κοιμηθούμε το βράδυ δίχως πόρτα, η απάντηση του μανάβη ήταν:
«Ξάπλωσε στο κρεβάτι σου, κι αν έχεις έγνοια για την πόρτα, δεν θα κοιμηθείς και θα φυλάς το σπίτι. Αν πάλι κοιμηθείς, πάει να πει ότι δεν έχεις έγνοια και θα είναι σαν να έχεις πόρτα».

Μου ήρθε τότε στο μυαλό ένας διάλογος που πήρε το αυτί μου την προηγούμενη μέρα στο καφενείο. Ο σερβιτόρος είναι ένα πολύ καλό παιδί, μηχανικός υπολογιστών, που ήρθε πριν τρία χρόνια από τον Πειραιά στον τόπο μας για διακοπές και που δεν λέει ακόμα να φύγει. Επειδή είναι και ομορφόπαιδο και καλαμπουρτζής, οι κοπέλες δεν τον αφήνουν ήσυχο. Μία από αυτές, που έπινε τον καφέ της ρεμβάζοντας, άκουσε από κάποιον τρίτο την ιστορία του και τον ρώτησε:
«Και καλά, πώς και κόλλησες εδώ τόσον καιρό;»
«Έπρεπε να διαλέξω αν θα ζω ή αν θα φυτοζωώ. Διάλεξα το πρώτο», ήταν η απάντησή του.
«Και τι σημαίνει καλή ζωή για σένα;», ξαναρώτησε αυτή.
«Να ανοίγω το πρωί την πόρτα, να βγαίνω με τον καφέ μου στην αυλή, να κάθομαι στο σκαλί, να μυρίζω το βασιλικό, να ρουφάω τον καφέ και να χαϊδεύω το σκύλο μου», της αποκρίθηκε, μονορούφι.
«Μα κι εγώ έχω σπίτι με αυλή, έχω και σκύλο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχισμένη», είπε εκείνη, σαν να αναρωτιόταν φωναχτά.
«Μήπως τις νύχτες σκέφτεσαι πώς θα αποχτήσεις και δεύτερο;» Της αντείπε ο σερβιτόρος, κι εκείνη δεν ξανάνοιξε το στόμα της.

Ο νέος σερβιτόρος, οι γέροι μαραγκοί και ο μανάβης από την απέναντι στεριά, έκαναν φωτεινές τις φετινές μου διακοπές.

Ελπίζω να ανταμώσουμε πάλι του χρόνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου