Δεν θα σε έλεγα και αδιάφορο για τον τρόπο του ντυσίματος
σου, αλλά ούτε και φιγουρίνι, σήμερα όμως, πραγματικά, δεν παιζόσουν.
Πουκάμισο κολλαρισμένο, ο κόμπος της γραβάτας άψογος, σακάκι
σωστά κουμπωμένο, παντελόνι ατσάκιστο, τα γυαλιά καθαρισμένα, μόνο το ποσέ σου
έλλειπε!
Κι εκείνο το κρυφό χαμόγελο, που τίποτα όμως δεν μπορούσε να
το κρύψει, τι να έλεγε, άραγε;
Άβολη η στάση μας, αφού είχαμε έρθει να σε αποχαιρετήσουμε
χωρίς να περιμένουμε αντιχαιρετισμό. Μοιρασμένη και η λύπη μας ανάμεσα σε δύο
σκέψεις, στο ότι σε χάνουμε και στο ότι αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ.
Την ώρα του καφέ της παρηγοριάς, λέγονται κι ακούγονται πολλά,
άλλα για να μνημονεύσουν αυτόν που μόλις έφυγε, άλλα για να μετριάσουν τη
θλίψη, άλλα για άσχετα θέματα, πρόσωπα ή αίτια. Το πιο κουφό ακούστηκε από έναν
από εμάς, τα πρωτοξάδερφα σου. ( Είμαστε έξη πρώτα ξαδέρφια, τα τρία
γεννηθήκαμε τον ίδιο χρόνο, 1941. Μας είχαν ονοματίσει, πριν μας βαφτίσουν,
λόγω του πολέμου βέβαια, εσένα, τον πιο μεγάλο, Τσόρτσιλ, τον δεύτερο Ρούσβελτ κι εμένα, τον μικρότερο, Στάλιν).
Είπε λοιπόν ο άνθρωπος:
«Ρε παιδιά, ο μακαρίτης ήταν ο πιο άτυχος από όλους μας. Ορφάνεψε
μικρός, μεγάλωσε σε συγγενείς, δεν σπούδασε, το πρώτο bypass στα 35
του, το δεύτερο στα 55 του, ζούσε πάντα με την αγωνία της αδύναμης καρδιάς του,
η γυναίκα του έζησε τα τελευταία δέκα, και βάλε, χρόνια της ολικά παράλυτη, τι του
έδωσε αυτή η ζωή, τι κατάλαβε που ζούσε;»
Τίποτα από αυτά δεν ήταν ψέμα ή υπερβολή.
Γιατί όμως εγώ ρε ξάδερφε, αν
ήσουν ο πιο άτυχος από όλους μας, σε θυμάμαι πάντα χαμογελαστό, κεφάτο, διαθέσιμο
να βοηθήσεις, πρόθυμο να δώσεις, έτοιμο να συγχωρήσεις;
Πώς να ξεχάσω την τόλμη σου να παρατήσεις μια σίγουρη, αλλά
βαρετή, δουλειά και, χωρίς ιδιαίτερα εφόδια, να τολμήσεις, να πάρεις το ρίσκο και
να πετύχεις σε μίαν άλλη, πολύ πιο απαιτητική;
Πώς να ξεχάσω τη παιδιάστικη χαρά σου και τη λάμψη στα μάτια σου, όταν σκάρωνες καραβάκια ή έπιπλα, όταν μεταμόρφωνες παλιές γκαζιέρες σε
πορτατίφ και παλιά κεραμίδια σε ανθοσυνθέσεις, όταν φύτευες λουλούδια στις γλάστρες του
μπαλκονιού σου, ράντιζες τα δένδρα στον κήπο του εξοχικού σου και μάζευες ντομάτες και ζαρζαβατικά από το μποστανάκι σου;
Πώς να θεωρήσω ασήμαντο το ότι ευτύχησες να ζήσεις τη ζωή σου
πλάι σε μία τέλεια σύντροφο, να μεγαλώσεις μία κόρη που είχες κάθε λόγο να την καμαρώνεις,
και να αποκτήσεις δυο εγγόνια που μόνο
χαρές σου χάρισαν;
Ναι λοιπόν, ήσουν άτυχος ξάδερφε, αλλά αυτό δεν σε εμπόδισε να γίνεις ευτυχισμένος, γιατί, αντί να κάνεις την ατυχία σου άλλοθι και να το ρίξεις στην κλάψα, προτίμησες να κυνηγήσεις εσύ τα όνειρα, πάρα να αφήσεις τους εφιάλτες
να σε κυνηγήσουν, κι όλα αυτά, με το γέλιο, το τραγούδι, τον αγώνα.
Ξάδερφε, άτυχος-ξεάτυχος, ήσουν ο καλύτερος από όλους μας!
Καλήν αντάμωση στο πουθενά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου