Τρίτη 17 Μαΐου 2011

ΕΝΑΣ ΩΡΑΙΟΣ ΝΕΟΣ

Μουντός καιρός, με υγρασία αλλά και δροσιά. Λες και δεν θέλει να φύγει ο χειμώνας, λες και δεν θέλει να έρθει η άνοιξη. Μάης μήνας και τα μάτια στα κλήματα και στις συκιές, μόλις που ξύπνησαν.

Στέκει ορθή στην πλατεία, αφού τα καθίσματα του κλειστού καφενείου δεν έχουν στεγνώσει ακόμη από την πρωινή βροχή, και περιμένει το λεωφορείο καπνίζοντας ένα ακόμη τσιγάρο. Απομεσήμερο, και βασιλεύει ερημιά. Τα μαγαζιά της περιοχής ανοίγουν μόνο πρωινές ώρες, κι όσο για ξένους, λιγοστοί ακόμη.

Βυθισμένη στη μοναξιά και τις σκέψεις της, ξαφνιάζεται από μία φωνή, με ξενική προφορά, που ακούγεται από πίσω της: «Με συγχωρείτε κυρία, μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου πείτε πού είναι ο σταθμός του μετρό»;

Γυρίζει και μαρμαρώνει. Η θέα του νέου που της απευθύνει το λόγο την έχει, κυριολεκτικά, συγκλονίσει. Ψηλός, λεπτός, καστανός με γαλανά μάτια και μακριά μέχρι τους ώμους μαλλιά, μικρότερος από τα παιδιά της, την κοιτάζει κατάματα μιλώντας της, και αυτό το βλέμμα του την διαλύει. Του απαντάει και νοιώθει ότι μιλάει πολύ αργά για να κρατήσει το χρόνο. Όταν την ευχαριστεί και απομακρύνεται, με το ζόρι κρατιέται να μην τον συνοδέψει μέχρι το μετρό. Αντί να απαντήσει στην ευχαριστία του με το τυπικό «παρακαλώ», του λέει « εγώ σας ευχαριστώ», και της έρχεται να τον φιλήσει.

Και καθώς αυτός απομακρύνεται, γυρίζει και αυτή και, σχεδόν τρέχοντας, μπαίνει στο λεωφορείο που έχει στο μεταξύ έρθει, χώνεται στο κάθισμά της και απλώνει στο διπλανό τις τσάντες της για να μην την ενοχλήσει κανείς.

Προσπαθεί να συμμαζέψει το μυαλό της και να εξηγήσει τι είναι αυτό που της συμβαίνει. Κοντά στα εξήντα της, σύζυγος, μητέρα και γιαγιά, σε ένα χρόνο να βγαίνει στη σύνταξη, με προβλήματα να πιέζουν και εκκρεμότητες να τρέχουν, τέτοιο σκίρτημα, τέτοιο χτυποκάρδι, τέτοιο κόψιμο στην ανάσα, όχι μόνο δεν τα περίμενε, αλλά έχει τόσα πολλά χρόνια να τα νοιώσει που έχει ξεχάσει και την ύπαρξή τους.

Μπορεί να μην είναι ο ωραιότερος άντρας που είχε δει ποτέ της , σίγουρα όμως είναι από τους πιο γλυκούς. Έχει πάνω του κάτι από το Χριστό και από τον Άδωνη. Η φωνή του ηχεί σαν απαλή μουσική και έχει κάτι από τη ζέστη του χαδιού. Το βλέμμα του μοιάζει πιο πολύ να σε διαβάζει, παρά να σε κοιτάζει. Κι ο ίσκιος του, είναι η χάρη του κυπαρισσιού και η δροσιά του πλάτανου μαζί. Να μη θέλεις να τον αφήσεις, ακόμη κι όταν έχει συννεφιά.

Σκέφτεται και απορεί, πώς, και πότε, πρόλαβε να σχηματίσει τόσο πλήρη εικόνα για κάποιον που τον έχει δει μόνο για δυο λεπτά, που έχει αλλάξει μόνο δυο λόγια μαζί του. Κάποια στιγμή καταλαβαίνει, με έκπληξη κι ίσως και με λίγο τρόμο, ότι δεν σκέφτεται, τον σκέφτεται. Ότι δεν τον σκέφτεται μόνο με το μυαλό της, αλλά και με το σώμα της. Ότι τον θέλει, αλλά χωρίς να ξέρει πώς. Ότι δεν τον νοιώθει σαν αντικείμενο πόθου, αλλά σαν τον πόθο τον ίδιο. Ότι, βλέποντάς τον δεν επιθυμεί τον έρωτα, αλλά την επιθυμία για έρωτα, που για τόσα χρόνια της έχει λείψει.

Κι αρχίζουν, ο νους κι η καρδιά της, για άλλη μία φορά, το ίδιο ταξίδι, την ίδια διαδρομή, την ίδια αναδρομή, την ίδια επιδρομή στην ψυχή της.

Εδώ και πολλά χρόνια μια σκέψη και ένα ερώτημα τη βασανίζουν. Μήπως η ζωή της, δεν είναι, απλά, κάτι διαφορετικό από αυτό που επιθυμεί, αλλά κάτι που την βλάφτει και τη σημαδεύει, κάτι που την κάνει να νοιώθει ότι σπαταλιέται και πάει στράφι. Με μία ασαφή αίσθηση αποτυχίας του γάμου της και μία δυσκολία να προσδιορίσει με ακρίβεια αυτά που την πληγώνουν, μονίμως προσπαθεί να βρει ποια ήταν τα όχι που έπρεπε να πει και δεν τα είπε, τα ναι που δεν έπρεπε να πει και τα είπε, τι ήθελε να ακούσει και δεν τ’ άκουσε, τι δεν ήθελε και τ’ άκουσε. Άλλες φορές νομίζει ότι το πετυχαίνει, άλλες όχι. Αυτή όμως η εναγώνια και χωρίς βέβαιο αποτέλεσμα αναζήτηση, την φθείρει συναισθηματικά, πνευματικά, ψυχικά και κοινωνικά, την κάνει απόμακρη και απρόσιτη, την κλείνει στο όστρακό της.

Κι εκεί που κοντεύει, για άλλη μία φορά, να χαθεί στο λαβύρινθό της, η εικόνα του νέου που συνάντησε πριν λίγη ώρα στην αφετηρία, γυρίζει για ακόμη μία, καλοδεχούμενη και ειρηνική, κατάληψη στο μυαλό και το σώμα της. Στο μυαλό, σαν αναπλήρωση κάποιας έλλειψης από καιρό αναμενόμενη. Στο σώμα, σαν οφειλή από καιρό καθυστερούμενη. Μυαλό και σώμα χαίρονται στην προσμονή της αναπλήρωσης της έλλειψης, της εξόφλησης της οφειλής. Βουλιάζει κι άλλο στο κάθισμά της και παραδίνεται στην αίσθηση της γλυκιάς κατάληψης, της γλυκιάς εγκατάλειψης μέχρι που το λεωφορείο φτάνει στο τέρμα. Η βροχή που έχει ξαναρχίσει και το σχεδόν τσουχτερό κρύο την επαναφέρουν στην πραγματικότητά της.

Τον σκέφτεται έντονα την επόμενη μέρα, της έρχεται στο μυαλό και τη μεθεπόμενη. Καθώς όμως περνάνε οι μέρες, φαίνεται ποιος θα ήταν ο νικητής στην πάλη ανάμεσα στο όμορφο όνειρο και την ασήμαντη πραγματικότητά της. Σκυφτή πάλι, πάνω από το σχεδιαστήριο στο γραφείο της, πάνω από τη σιδερώστρα στο σπίτι της, φαντάζεται ότι το χθες ήταν καλύτερο, για να το γλυκάνει, ότι το αύριο θα είναι καλύτερο, για να το αντέξει.

Όσο για τον ωραίο νέο, θα είναι πάντα εκεί, σε μιαν αφετηρία, αναμένοντας, προσκαλώντας, προκαλώντας, Όμως, αν η αφετηρία αυτή είναι για ένα νέο προορισμό, ή για μία ακόμα επιστροφή στη βάση, δεν εξαρτάται από αυτόν.

Αυτή, αυτό, δεν το ξέρει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου