Οι άνθρωποι που σκοτώνουν και σκοτώνονται σε τροχαία, που τραυματίζουν συνανθρώπους τους σε γήπεδα και διαδηλώσεις ,που δολοφονούν με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι άνθρωποι, γενικά, που δεν σέβονται τη ζωή τους και τις ζωές των άλλων, δείχνουν να είναι άτομα που δεν έχουν αυτογνωσία, δεν έχουν αυτοεκτίμηση, δεν αγαπάνε τον εαυτό τους, δεν αγαπάνε κανένα και τίποτα, είναι άνθρωποι χωρίς μυαλό, χωρίς αισθήματα, χωρίς καλλιέργεια (αν τώρα, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι πολλές φορές περηφανεύονται ότι είναι απόγονοι ενδόξων προγόνων, αυτών που θεμελίωσαν τον πολιτισμό, εγκαθίδρυσαν τη δημοκρατία, κ.λπ., είναι ένα άλλο ζήτημα ).
Αξιοπαρατήρητο επίσης είναι ότι, όλα αυτά που επιλέγουν αυτοί να κάνουν, να σκοτώνονται και να σκοτώνουν στα τροχαία, στα γήπεδα, στις διαδηλώσεις, στις δολοφονικές επιθέσεις κλπ, εμείς οι υπόλοιποι τα θεωρούμε, περίπου, φυσιολογικά και κανένας μας, περίπου, δεν ενδιαφέρεται.
Όλοι όμως αυτοί οι άνθρωποι για τους ποίους μιλάμε, έχουν περάσει από πέντε έως είκοσι χρόνια στα θρανία των ελληνικών σχολείων, πράγμα που σημαίνει ότι ο πολιτισμός τους, η αυτογνωσία τους, ο αυτοσεβασμός τους, έχουν, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφωθεί μέσα σε αυτά, από Έλληνες δασκάλους (εκπροσώπους των οποίων βλέπουμε συχνά στην τηλεόραση, ακούγοντας ταυτόχρονα και τις περί παιδείας απόψεις τους).
Ακόμη, αυτοί οι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει μέσα σε ελληνικά σπίτια, με Έλληνες γονείς και έχουν ποτιστεί με τα νάματα της ελληνορθόδοξης θρησκείας.
Εν κατακλείδι, το τετράπτυχο, πατρίδα, παιδεία, οικογένεια, θρησκεία, τους/μας έχει κάνει «μια χαρά πολίτες».
Εμείς οι υπόλοιποι, πόσο αμέτοχοι, πόσο μη υπεύθυνοι, πόσο μη ένοχοι είμαστε γι’ αυτό; Δεν είναι αυτοί οι άνθρωποι συντοπίτες μας, δεν είναι γείτονες μας, συνάδελφοι μας, συγγενείς μας; Τους έχουμε πλησιάσει, τους έχουμε αγκαλιάσει, τους έχουμε μιλήσει, τους έχουμε συμπαρασταθεί;
Κακά τα ψέματα.
Η ζωή είναι πια ένα στοίχημα με το διάβολο, που για να το κερδίσεις πρέπει να κερδίσεις μία σειρά άλλα στοιχήματα. Το στοίχημα της διατροφής με ακατάλληλη τροφή, της κατοικίας με ακατάλληλη οικία, της μεταφοράς με μέσα της συμφοράς, της εργασίας (με ισχνές αποδοχές και ανασφάλεια) σε εποχές ανεργίας, της μόρφωσης, όχι για τη γνώση αλλά για τα προσόντα, του γάμου, «για να μη σέρνεται κι’ αυτή η κατάσταση», της υλικής υπεροχής επί των πλησίον, γιατί «ποιοί είναι αυτοί στο κάτω – κάτω» κ.ά.
Κάποια στοιχήματα κερδίζονται, άλλα χάνονται, άλλοι δεν στοιχηματίζουν καν γιατί - τρέχα γύρευε γιατί- δεν τους χρειάζεται. Όλοι όμως τρώνε το χρόνο τους σε αυτόν τον απάνθρωπο τζόγο, και άμα μπλέξεις με τέτοιο τζόγο πού να βρεις καιρό να νοιαστείς για τους συντοπίτες, τους γείτονες, τους συναδέλφους, τους συγγενείς; Πότε να τους πλησιάσεις, να τους αγκαλιάσεις, να τους μιλήσεις, να τους συμπαρασταθείς; Μόνος εσύ, μόνοι κι’ αυτοί με μόνο ενωτικό κρίκο την αλληλεγγύη της συνενοχής σε ένα έγκλημα στην τέλεση του οποίου είμαστε θύτες και θύματα, και την απεριόριστη επιείκεια μας προς εαυτούς και αλλήλους, εξ αιτίας της ίδιας συνενοχής.
Δεν είναι λοιπόν «αυτοί» και «εμείς». Είμαστε όλοι εμείς, και για όλους εμάς προβάλλει για άλλη μία φορά η κρίσιμη επιλογή:
Θα ξεκολλήσουμε τη ρόδα του ήλιου μέσα από τη λάσπη για να τον σηκώσουμε πάνω από την Ελλάδα, όπως προτρέπει ο Α. Σικελιανός στο «Πνευματικό Εμβατήριο» του, ή θα καθίσουμε δειλοί μοιραίοι κι’ άβουλοι αντάμα προσμένοντας, ίσως, κάποιο θάμα, όπως λέει, τελειώνοντας στους «μοιραίους» του ο Κ. Βάρναλης;
Αν διαλέξουμε το πρώτο, μην περιμένουμε να ξεκινήσει κάποιος άλλος πρώτος για να ακολουθήσουμε, ούτε να κάνουμε ότι προσπαθούμε ενώ λουφάρουμε, ούτε να ζητήσουμε σύμβαση αορίστου χρόνου από τον Απόλλωνα.
Αν πάλι διαλέξουμε το δεύτερο, μόλις μπούμε μες’ την υπόγεια την ταβέρνα , ας κλειδώσουμε την πόρτα κι’ ας πετάξουμε το κλειδί για να είμαστε εμείς οι τελευταίοι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου