Παρατηρώντας το αυτοδιοικητικό τοπίο στο επίπεδο της σχέσης των αιρετών εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης , από τη μία πλευρά με τους συλλογικούς φορείς των περιοχών που εκπροσωπούν και από την άλλη με τα πολιτικά κόμματα, μπορούμε να κάνουμε μερικές επισημάνσεις , μέσα από αυτές να αναδείξουμε προβλήματα που δημιουργούνται και, τέλος, να προχωρήσουμε στη διατύπωση μίας πρότασης.
Είναι ευνόητο ότι όσα αναφέρονται παρακάτω δεν αφοράν στο σύνολο των δήμων της Ελλάδας, αίσθησή μου όμως είναι ότι αφοράν στους περισσότερους, γι' αυτό και τα αναφέρω.
1.- Οι σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων της Τ.Α. και των συλλόγων, καθώς και των Μ.Μ.Ε. της αντίστοιχης περιοχής είναι συνήθως σχέσεις υποταγής και αγνόησης, σχέσεις εξάρτησης και συναλλαγής ή σχέσεις αμοιβαίας έλλειψης επικοινωνίας.
Όταν οι σύλλογοι δεν είναι μαζικοί και δεν εκφράζουν πραγματικά την κοινωνία του χώρου τους, αδυνατούν να εκφέρουν συγκροτημένο λόγο και να αναπτύξουν συντονισμένη δράση, με αποτέλεσμα να υποτάσσονται στις επιλογές των τοπικών αρχόντων, ή να αγνοούνται από αυτούς.
Όταν οι δημοτικές αρχές δεν έχουν επαφή και επικοινωνία με το σύνολο του χώρου τους και η δράση τους τελειώνει εκεί που τελειώνει ο κατάλογος των ψηφοφόρων τους, έχοντας και την ανασφάλεια της επανεκλογής τους, αρχίζουν να εξαρτώνται από την υποστήριξη διαφόρων τοπικών παραγόντων (ή φορέων που ελέγχονται από αυτούς τους παράγοντες) και αρχίζει έτσι μία ιδιότυπη συναλλαγή που εκφράζεται μέσα από τη λογική «πάρε ηλεκτροφωτισμό-δώσε ψήφους», ή, «πάρε ψήφους-δώσε ασφαλτόστρωση».
Υπάρχει όμως και μια τρίτη περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ δημοτικών αρχών και συλλόγων, πράγμα που στερεί τις πρώτες από μία σημαντική βοήθεια και τους δεύτερους από ένα σημαντικό βήμα συμμετοχής στα κοινά.
Τα ίδια, περίπου, ισχύουν και για τις σχέσεις των δημοτικών αρχών με τα Μ.Μ.Ε. μόνο που εκεί η συναλλαγή εκφράζεται στην λογική «πάρε διαφήμιση, φέρε υποστήριξη» ή «πάρε υποστήριξη, φέρε διαφήμιση».
2.- Οι σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων της Τ.Α. και των πολιτικών κομμάτων είναι ακόμη πιο ιδιόμορφες.
Τα κόμματα επιδιώκουν, αφ' ενός μεν να αποδείξουν ότι κυριαρχούν σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών (και να χρωματίσουν το χάρτη της Ελλάδας το βράδυ των εκλογών με το κομματικό χρώμα), αφ' ετέρου δε να ελέγξουν τις οργανώσεις της Τ.Α.(την Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., την Ε.Ν.Α.Ε. και τις Τ.Ε.Δ.Κ. της χώρας), μέσω των εκπροσώπων των στην Τ.Α.
Οι υποψήφιοι τοπικοί άρχοντες, από τη δική τους πλευρά, επιδιώκουν να αυξήσουν την προσωπική τους επιρροή και, άρα, να αυξήσουν τις πιθανότητες εκλογικής τους επικράτησης, μέσα από την υποστήριξη κάποιου κόμματος, παίρνοντας από αυτό το περίφημο “χρίσμα”.
Μετά το βράδυ των εκλογών, η συμπεριφορά των δύο μερών εξαρτάται από την ειλικρίνεια των προθέσεων, τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών και τις συγκυρίες (αν δηλαδή το κόμμα που στήριξε την υποψηφιότητα κάποιου δημάρχου είναι στην κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση).
Η πείρα έχει δείξει ότι, οι πιο πολλοί, αν όχι όλοι, δημοτικοί άρχοντες, ακολουθούν μεν (τις περισσότερες φορές) την κομματική «γραμμή» στα συνέδρια των οργανώσεων της Τ.Α. που αναφέραμε πιο πάνω, αλλά στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων των Ο.Τ.Α. των οποίων προΐστανται κάνουν, κυριολεκτικά, «του κεφαλιού τους». Επίσης, τα κόμματα, όταν είναι στην κυβέρνηση, δεν έχουν σαν πρώτη τους προτεραιότητα την υλοποίηση του προγράμματος τους για την Τ.Α.
3.- Οι παραπάνω σχέσεις, όταν αναπτύσσονται, δημιουργούν στρεβλώσεις στη λειτουργία της κοινωνίας και των θεσμών της, στρεβλώσεις που τις πληρώνουν, αργά ή γρήγορα, όλοι οι πολίτες, γιατί, δημοτικές αρχές που δεν οφείλουν την ανάδειξή τους αποκλειστικά στην ελεύθερη και ακαθοδήγητη βούληση υπεύθυνων και σωστά ενημερωμένων πολιτών, μετά το τέλος της εκλογικής διαδικασίας τους αγνοούν, βάζουν σαν κύριο στόχο την παραμονή τους στην εξουσία και η όποια ενασχόλησή τους με τα τοπικά προβλήματα είναι συνάρτηση του κατά πόσο εξυπηρετείται αυτός ο στόχος.
4.- Όλα αυτά ηχούν άσχημα, γιατί είναι άσχημα, και φαντάζουν αξεπέραστα, γιατί, αν και αποτελούν παλιό πρόβλημα στο χώρο της Τ.Α., αυτοί που θα έπρεπε να φροντίσουν για τη λύση του δεν το έκαναν μέχρι σήμερα για λόγους που όλοι υποψιαζόμαστε.
5.- Τα πολιτικά κόμματα έχουν κάθε δικαίωμα να επιδιώκουν την υλοποίηση των θέσεων και προτάσεών τους για την Τ.Α. και είναι απόλυτα θεμιτό να επιδιώκουν την εκλογή δημάρχων ή περιφερειαρχών που συμφωνούν με αυτές. Αυτό όμως που δεν είναι θεμιτό είναι η προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμών ελέγχου των θεσμικών οργάνων της Τ.Α., ή η δημιουργία σχέσεων εξάρτησης των αιρετών εκπροσώπων από το κόμμα που τους στήριξε κατά την εκλογική διαδικασία.
Τι γίνεται όμως αν ένας δήμαρχος δεν ακολουθεί την αυτοδιοικητική πρόταση του κόμματος που τον στήριξε, ή αν ένα κόμμα δεν δείχνει συνέπεια στην υποστήριξη της πρότασής του; Σήμερα δεν γίνεται τίποτα γιατί δεν έχει προηγηθεί καμία συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των δύο μερών (κανένα, άλλωστε, από τα δύο δεν την επιδιώκει).
Αν όμως υπήρχε ένα κείμενο θέσεων που θα περιελάμβανε ένα γενικό μέρος για την Τ.Α. και ένα ειδικό μέρος για τον συγκεκριμένο δήμο, το οποίο θα λειτουργούσε σαν “μνημόνιο συναντίληψης” μεταξύ των δύο μερών και θα αποτελούσε μία ηθική, τουλάχιστον, δέσμευση και για τα δύο μέρη, σε περίπτωση αθέτησης του οι πολίτες θα είχαν τη δυνατότητα να διακρίνουν ποιός έχει δίκιο και ποιός όχι.
6.- Οι υποψήφιοι για αξιώματα στην τοπική αυτοδιοίκηση έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικούν την ψήφο των συμπολιτών τους μέσα από ένα πρόγραμμα για την βελτίωση της ζωής των, την επίλυση των τοπικών προβλημάτων και την ανάπτυξη του τόπου. Η υλοποίηση όμως του προγράμματος αυτού δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας τους, άλλωστε, πολλές φορές, δεν είναι οι μοναδικοί αίτιοι για την αθέτησή του. Κι όμως, υπάρχουν κριτήρια επιτυχίας που δεν έχουν άμεση σχέση με τις λάμπες, τις ασφαλτοστρώσεις, την αποχέτευση και το πράσινο. Ας δούμε μερικά από αυτά.
Πρώτα πρώτα, για να λειτουργήσει ένας δήμος πρέπει να λειτουργούν, στοιχειωδώς έστω, οι υπηρεσίες του. Ακόμη κι αν το προσωπικό είναι λειψό, ανεκπαίδευτο, ή χωρίς τεχνικά μέσα, θα μπορέσει να παραγάγει έργο, αν η δημοτική αρχή εμπνέει σεβασμό, διοικεί με δικαιοσύνη και αυστηρότητα και δεν ψάχνει να φορτώσει τις ευθύνες της σε άλλους.
Η δημοτική αρχή πρέπει να έχει όραμα για το δήμο και να μην αρκείται στη διαχείριση της καθημερινότητας. Με την υλοποίηση ενός οράματος, σε συμμαχία με την κοινωνία και με τη συμμετοχή της , ο δήμος σίγουρα θα μπει σε τροχιά προόδου, ενώ με τη λογική της διαχείρισης της καθημερινότητας το καλύτερο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι η στασιμότητα.
Η δημοτική αρχή πρέπει να ενδιαφέρεται πραγματικά για την ανάπτυξη του δήμου και οφείλει να παρουσιάσει μία πρόταση ανάπτυξης με στόχους, προτεραιότητες, πρόγραμμα, κόστος και χρονοδιάγραμμα. Επίσης, η δημοτική αρχή πρέπει να έχει πρόταση για τα σύγχρονα θέματα που απασχολούν τη δημόσια διοίκηση και την κοινωνία, (διαφάνεια, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, συμμετοχικές διαδικασίες, αειφορία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κλιματικές αλλαγές, κ.ά.)
Η δημοτική αρχή πρέπει να ενώνει και όχι να διχάζει την τοπική κοινωνία. Γι αυτό και δεν πρέπει να κυριαρχείται από λογικές που δημιουργούν αντιπαλότητες .Όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, τα οποία καθορίζονται από το σύνταγμα και τους νόμους, πράγμα το οποίο πρέπει να σέβεται κάθε δημοτική αρχή.
Τα παραπάνω κριτήρια επιτυχίας, των οποίων ο κατάλογος δεν εξαντλείται εδώ, δεν εξαρτώνται τόσο από τον προϋπολογισμό του δήμου, όσο από την ποιότητα της δημοτικής αρχής. Ακόμη, τα παραπάνω κριτήρια μπορούν να λειτουργήσουν και σαν κριτήρια επιλογής για τη στήριξη κάποιου συνδυασμού στις επόμενες δημοτικές εκλογές.
7-. Στο σημείο αυτό πρέπει να εξετάσουμε το ρόλο που μπορούν να παίξουν οι συλλογικοί φορείς ενός δήμου, σύλλογοι, σωματεία, συνδικάτα, συνεταιρισμοί κλπ, καθώς και τα Μ.Μ.Ε. Δυστυχώς, οι περισσότεροι συλλογικοί φορείς περιορίζουν τη δράση τους στη διοργάνωση εκδηλώσεων που λίγοι παρακολουθούν, στη συντήρηση κάποιων γραφείων τα οποία σπάνια είναι ανοιχτά και στα οποία ακόμη πιο σπάνια πατάει μέσα κόσμος, και στην παρακολούθηση τελετών, λιτανειών και θρησκευτικών μυστηρίων. Θα μπορούσε όμως να είναι διαφορετικά.
Πρόταση: Να μαζευτούν όλοι οι συλλογικοί φορείς του δήμου και, σε συνεργασία με τους δημότες να καταγράψουν και να ιεραρχήσουν τα προβλήματα του δήμου τους, να συμφωνήσουν στον τρόπο ανάπτυξης που θέλουν, να διατυπώσουν τα ποιοτικά στοιχεία της δημοτικής αρχής που επιθυμεί ο τόπος, σύμφωνα με τα κριτήρια της προηγουμένης παραγράφου, ή και με άλλα, και, όταν έρθει η ώρα, να καλέσουν τους υποψήφιους σε ανοιχτό διάλογο, σε μία ανοιχτή για όλους συγκέντρωση, στην οποία οι υποψήφιοι θα συζητήσουν πάνω στα συμπεράσματα της εργασίας των συλλογικών φορέων που περιγράψαμε παραπάνω και θα διατυπώσουν και αυτοί τις προτάσεις τους, θα συμφωνήσουν ή θα διαφωνήσουν.
Μετά από μια τέτοια διαδικασία, οι πολίτες του δήμου θα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες για μια ορθή επιλογή, γιατί θα μπορούν να εκλέγουν τους καλύτερους από αυτούς που διάλεξαν οι ίδιοι και όχι από αυτούς που τους υπέδειξαν κάποιοι άλλοι.
Δεν ισχυρίζομαι ότι το εγχείρημα είναι εύκολο, ούτε ότι η επιτυχία του είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένη, νομίζω όμως ότι είναι ο μόνος τρόπος να ξεκαθαρίσουν οι σχέσεις και οι ρόλοι, να δεσμευθούν οι υποψήφιοι πάνω σε συγκεκριμένα προγράμματα, χωρίς να χρωστάνε χάρη σε παράγοντες ή σε κόμματα, και να επιλέξουν οι πολίτες μέσα από προγράμματα και όχι με την απόσπαση υποσχέσεων για προσωπικές εξυπηρετήσεις. Θα χρειαστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους των συλλογικών φορέων του δήμου, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Έτσι κι αλλιώς, είναι κρίμα να παρασύρει τα πάντα η αδράνεια και η μοιρολατρία, γιατί αν μία κοινωνία δεν ενδιαφέρεται η ίδια για τα θέματα που την αφοράν, κανείς άλλος δεν θα ενδιαφερθεί γι’ αυτή. Ούτε καν ο Καλλικράτης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου