Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ;

Μια φορά, πριν από σαρανταπέντε περίπου χρόνια, βρέθηκα ένα φθινοπωρινό πρωινό στο Τορόντο, στις όχθες της λίμνης Οντάριο, να τρώω φρέσκα ντόνατς με τον κουμπάρο μου τον Τάκη. Κοντά μας ήρθε και στάθηκε μία πελώρια χήνα. Ο Τάκης, από καθαρή επιπολαιότητα και σε μία επίδειξη ελληνικής μαγκιάς, ταΐζοντας τη χήνα με ντόνατς την έφερε κοντά του και, με μια γρήγορη κίνηση, την άρπαξε, την έχωσε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του. Όταν φτάσαμε, ένα περιπολικό της αστυνομίας μας περίμενε έξω από την πόρτα. Ο αστυνομικός τον παρακάλεσε ευγενικά να ανοίξει το πορτ μπαγκάζ είδε τη χήνα, έβγαλε το μπλοκ του και προχώρησε στην καταγραφή των στοιχείων του για να του υποβάλει μήνυση (τελικά, του τη χάρισε). Εντυπωσιασμένος εγώ, τον ρώτησα πώς μας βρήκε και αυτός μου απάντησε ότι ένας πολίτης τον πήρε τηλέφωνο, του κατήγγειλε το συμβάν και του έδωσε τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.  Εγώ τον ξαναρώτησα, πώς και έδωσε πίστη σε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα. Την απάντηση του θα την θυμάμαι για πάντα . Μου είπε: «Πρώτον, ο πολίτης μου έδωσε τα στοιχεία του, δεύτερον, αλίμονο στον Καναδά, αν οι πολίτες του δεν καταγγέλλουν τις παρανομίες που πέφτουν στην αντίληψη τους και τρίτον, αλίμονο στον Καναδά, αν οι αστυνομικοί του δεν παίρνανε στα σοβαρά τις καταγγελίες των πολιτών». 
Σε αυτόν τον τόπο, τον τόπο μας, την Ελλάδα, ζούμε, πάνω κάτω, δέκα εκατομμύρια ψυχές.
Σε αυτόν τον τόπο, τον τόπο μας, την Ελλάδα, προσπαθούμε να τα καταφέρουμε δέκα εκατομμύρια ψυχές.
 Να καταφέρουμε, τι; Να τα βγάλουμε πέρα, να πιάσουμε την καλή, να τη βολέψουμε, να μοιάσουμε σε κάποιους, να μη μοιάσουμε σε κάποιους άλλους.
Να τα καταφέρουμε, πώς; Με ένα, ή περισσότερα, από τα παρακάτω: Τις γνώσεις μας, το μυαλό μας, την εργατικότητα μας, τη θέληση μας. Και ακόμη, την πονηριά μας, τις γνωριμίες μας, την καπατσοσύνη μας, την απέραντη επιείκεια στον εαυτό μας.
Το τελευταίο, αυτή η απέραντη επιείκεια στον εαυτό μας, είναι που κάνει τη μισή ζημιά. Την άλλη μισή την κάνει η αδιαφορία μας, ή η, λόγω εικαζόμενης συνενοχής, ανοχή μας σε ότι κακό, στραβό κι’ ανάποδο κάνουν όλοι οι υπόλοιποι συμπατριώτες μας.
Ας κάνουμε την παρακάτω υπόθεση: Αν ένας από τους δέκα εκατομμύρια συμπολίτες μας αποφασίσει, για μία φορά, να λύσει ένα πρόβλημα του με τρόπο ηθικά, κοινωνικά, ή ποινικά κολάσιμο, δημιουργεί με τη λύση αυτή ένα όφελος για τον εαυτό του και ένα επιπλέον κόστος, ή βάρος, το οποίο μοιράζονται όλοι οι υπόλοιποι. Αν τώρα, όλοι οι συμπολίτες μας αποφασίσουν να κάνουν το ίδιο, ο καθένας από αυτούς έχει ένα όφελος για τον εαυτό του, ενώ, ταυτόχρονα επιμερίζεται το κόστος και το βάρος που του αναλογεί από την αντίστοιχη συμπεριφορά εννέα εκατομμυρίων εννιακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα εννέα συμπολιτών του. Τελικά, όταν κάνουμε ταμείο, βλέπουμε ότι δεν κερδίζει κανένας, αντίθετα, χάνουμε όλοι. Και όταν αυτό γίνεται συνέχεια -και για πολλά χρόνια- όχι μόνο χάνουμε όλοι, αλλά χάνουμε πολλά.
Σίγουρα δεν είμαστε όλοι στον ίδιο βαθμό «μπαγάσηδες» και σίγουρα δεν έχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό ευθύνης για τα προβλήματα αδιαφάνειας και διαφθοράς που ταλανίζουν τη χώρα μας και στα οποία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, η κρίση που βιώνουμε σήμερα. Έχω όμως την αίσθηση ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους δημιουργήθηκε από πολλά εκατομμύρια πταίσματα και όχι από λίγα εγκλήματα. Το μεγάλο όμως έγκλημα, που άνοιξε το δρόμο για τα εκατομμύρια των πταισμάτων, είναι  των πολιτικών, κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, των κομμάτων εξουσίας, οι οποίοι εξέθρεψαν το πελατειακό σύστημα, μας μετέτρεψαν από πολίτες σε πελάτες και, επί πλέον, μας έπεισαν ότι «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο».
Βέβαια, οι πολιτικοί πατερούληδες, αυτοί που «ιδρώνουν» πραγματικά για να μας βοηθήσουν στην κατ’ εξαίρεση ικανοποίηση (ο,τιδήποτε αυτό σημαίνει) ακόμη και του πιο απίθανου αιτήματος μας,  είναι δικές μας επιλογές και μάλιστα, τις πιο πολλές φορές, πολύ δημοφιλείς. Έχουμε λοιπόν τους πολιτικούς που μας αξίζουν και αυτοί έχουν τους ψηφοφόρους – πελάτες που τους αναλογούν.
Αν η σημερινή κρίση έχει σαν αποτέλεσμα να κατανοήσουμε όλη την ουσία των λόγων του Καναδού αστυνομικού, ότι, δηλαδή, σε μία κοινωνία δεν υπάρχουν ανεύθυνοι, υπάρχει ελπίδα να ξεκινήσουμε μία προσπάθεια αλλαγής αξιών και να βρούμε πάλι, μετά από δύο χιλιάδες χρόνια, τις χαμένες ρίζες μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου