Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010
ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΟΛΟΥΣΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ
Σε ζελοφάν
Σε ζελοφάν τα ομοιόμορφα μυαλά σας περπατάν
Και πολεμάν για να με ψήσουνε πως κι έτσι μ’ αγαπάν.
Ιλουστρασιόν οι κοινωνίες των μοντέρνων οικισμών
Σε σουσπανσιόν κοιμάται η σύγχρονη Πυθία των χρησμών.
Νάταν να μετακούναγα ολόκληρο πλανήτη
Στις αποθήκες υλικών, θεσμών και σούπερ αγαθών να βάλω δυναμίτη.
Νάταν και να πιπίλαγα ξανά το δάχτυλό μου
Σαν τα μικρά μικρά παιδιά (ουά) που βρέχονται συχνά να βρω τον εαυτό μου.
Μισοτιμής σου έχουν κλέψει τη φαρέτρα της ζωής
Κι ότι κι αν πεις δε θα με κάμεις συνεργό υποταγής
Αναλαμπές σ’ ένα χορό που δε φτουράει ο Γκιλγκαμές
Και είμαι οφφ απ’ το κουτί των πειραμάτων του Παυλώφ.
Όσο κι αν με κομμάτιασαν στο διάβα μου με νάρκες
Ωσάν της σαύρας την ουρά συχνά, μιλάω σοβαρά, ανάπλασα τις σάρκες
Κι όσο κι αν με καθήλωσαν να ζω σαν τα σκουπίδια
Η ανθρωπότη δεν μπορεί κι αυτή θα υπονομευθεί από τη γη την ίδια.
Νικόλας Άσιμος
Σώνεται το καλοκαίρι, τέλειωσαν και μένα οι διακοπές μου, γύρισα πίσω στην ενδιαφέρουσα ζωή του συνταξιούχου, και του χρόνου να είμαστε καλά.
Παράξενο ,αλλά μιας κι’ όλο το χρόνο ζω σε χωριό κατέβηκα για διακοπές στην Αθήνα να δω και κανένα δικό μου.
Δεν λέω, καλά τα πέρασα, και θα ήταν ακόμα καλύτερα αν έλειπε μία νύχτα. Η νύχτα που κάποιοι ευυπόληπτοι πολίτες, αγανακτισμένοι από την «ηχορύπανση» που προκαλούσε η μουσική που ακουγόταν από μία πολιτιστική εκδήλωση σε ένα κοντινό παρκάκι, επέδραμαν, κυνήγησαν τα παιδιά (αναρχικούς τα αποκάλεσαν), κατέστρεψαν το ηχητικό συγκρότημα και μήνυσαν το φουκαρά που τους το είχε νοικιάσει.
Ήταν ένα φεγγαρόλουστο σαββατόβραδο. Βέβαια, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Βέβαια, ήταν δυνατή η μουσική, αλλά:
Στην Αθήνα, που όλοι και όλα λειτουργούν βάσει αρχών, «ανακαλύφθηκε» η αναρχία της ψυχαγωγίας.
Στην Αθήνα, που όλοι και όλα λειτουργούν αθόρυβα, «ανακαλύφθηκε» η ηχορύπανση της μουσικής.
Όλα αυτά, σε ένα μικρό και ανώνυμο παρκάκι της Αθήνας, σε μία μικρή φουντίτσα ταλαίπωρου και ξεθωριασμένου πράσινου, που τολμά να αντιστέκεται στην έφοδο του τσιμέντου.
Η γενιά μου, η γενιά της αντιπαροχής, η γενιά που κατέστρεψε ή ανέχτηκε την καταστροφή της πιο όμορφης πόλης, που έχτισε τις αλάνες, που μπάζωσε τα ρέματα, που στένεψε τους δρόμους, που εξαφάνισε τις αυλές, που απαγόρευσε την κυκλοφορία στον μπάτη και στην αύρα, που έχτισε σπίτια-φυλακές για να νοιώθουμε μέσα σε μία κοινωνία - φυλακή σα στο σπίτι μας, η γενιά που θεοποίησε την αρπαχτή, την επιδότηση και την κατανάλωση, ξαγρύπνησε ένα σαββατόβραδο. Και διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό προς τους αρμόδιους. Που και αυτοί ανήκουν, φυσικά, στην ίδια γενιά. Και που, ίσως , υποσχέθηκαν την πάταξη της αναρχίας και της ηχορύπανσης.
Οι περίοικοι αυτού του μικρού πάρκου - στο μεγαλύτερο μέρος τους - έχουν μία ιδιότυπη αντίληψη για τη χρησιμότητα του. Θέλουν το πράσινο του για την τέρψη των ματιών τους και το χώρο του για την ανακούφιση των σκυλιών τους. Οτιδήποτε άλλο, τους ερεθίζει, τους εκνευρίζει, τους εξαγριώνει.
Δεν πάει πολύς καιρός που αυτοί οι ίδιοι μαζεύανε υπογραφές για να σταματήσει η κατασκευή ενός κλειστού γυμναστηρίου, με επιχείρημα ότι έτσι θα καταστρεφόταν το πράσινο. Ήταν δε το πράσινο που κινδύνευε μία παλιά δεξαμενή και δύο ξερές συκιές. Ακόμη πιο παλιά, διαμαρτύρονταν γιατί στο γηπεδάκι του μπάσκετ που υπάρχει εκεί, μπήκαν προβολείς και τα παιδιά που παίζανε τα βράδια τους ενοχλούσαν.
Και ποτέ δεν έκατσαν να σκεφτούν, γιατί παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες τους για ξαγρύπνια κοιμούνται συνεχώς και μακαρίως, ποιά είναι άραγε η προσφορά της γενιάς μας στους νέους; Τι παραλάβαμε και τι παραδίνουμε, τι αυγατίσαμε και τι ξοδέψαμε ,τι αγαπήσαμε και ζεστάναμε και τι προδώσαμε και αποδιώξαμε;
Και απαιτούμε σεβασμό, λες και η καράφλα, η χοληστερίνη και ο προστάτης μπορούν από μόνα τους να εμπνεύσουν σεβασμό. Και οι νέοι μας, ακριβώς επειδή είναι αθώοι, ακριβώς επειδή είναι ευγενικοί, απαντάνε στις προηγούμενες γενιές, όσο πιο ήρεμα και γλυκά μπορούν. Λίγα ντεσιμπέλ παραπάνω, φυγή στην ομορφιά του δυνατού ήχου για να μην ακούνε τη γκρίνια μας, ραπάρισμα για να τραγουδάνε τους καημούς τους μόνο γι’ αυτούς που θέλουν να τους ακούσουν, όπως κάνανε οι παλιότεροι με τα ρεμπέτικα, και όλα αυτά σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να γκρεμίσουν τα τείχη που χτίσαμε γύρω τους όπως, τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια πριν, οι Ισραηλίτες με σάλπιγγες και αλαλαγμούς είχαν γκρεμίσει τα τείχη της Ιεριχούς.
Η τεχνολογία όμως είναι με το μέρος μας.
Ένα φεγγαρόλουστο σαββατόβραδο, που θα έχουν τα παιδιά μας πάλι μαζευτεί στο παρκάκι για να ακούσουν τη μουσική τους, μπορούμε να πετάξουμε από πάνω τους με τεράστια ελικόπτερα, όπως έκαναν οι Ιταλοί για να εκτρέψουν τη λάβα της Αίτνας και να αδειάσουμε τόνους τσιμέντο στα κεφάλια τους, ώστε να σωπάσουν για πάντα. Και αφού, ούτε ξέρουμε, ούτε μπορούμε, ούτε θέλουμε να αναθρέψουμε παιδιά, ας κάνουμε αυτό που ξέρουμε, μπορούμε και θέλουμε: Παιδιά από τσιμέντο, μικρά και μεγάλα, όρθια και καθιστά, ανάσκελα και μπρούμυτα και -κυρίως- βουβά, για να μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχα τα φεγγαρόλουστα σαββατόβραδα, όπως ήσυχα κοιμόμαστε, μία ολόκληρη ζωή.
Υ.Γ. Η φύση «εκδικείται». Στο δρόμο που περνάει έξω από το παρκάκι, ένας τεράστιος ευκάλυπτος έχει κάνει λίμπα το τσιμεντένιο πεζοδρόμιο με το οποίο προσπάθησαν να τον φυλακίσουν. Απέναντι, από τη ρωγμή ενός τοίχου κρέμεται καμαρωτή μία κάπαρη και στη λάσπη που συνδέει δύο λούκια αποχέτευσης έχει φυτρώσει μία συκιά.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου