Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Άνοιξη στο καταχείμωνο

Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
μην πολυδιαβάζεις τ' άστρα
Ο καιρός είναι χρυσάφι
κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει
Μην πιστεύεις τον Τοξότη
τον αγέλαστο προδότη
μην κοιτάς να σε χαρώ
πέρα απ' τον Αιγόκερω

Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
μην πολυδιαβάζεις τ' άστρα
τη ζωή σου πάλι μέτρα
με το χώμα και την πέτρα
Μην αφήνεσαι στον Ταύρο
με το μέτωπο το μαύρο
και ποτέ απ' τους Ιχθείς
συμβουλή να μη δεχθείς.

Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
φύγε απ' του ουρανού τα κάστρα
κι ας τη μοίρα σου στη γη
μόνη της να σ' οδηγεί
Μη μου λες για την Παρθένα
που με γέλασε και μένα
και τον άστατο Ζυγό
μην τον έχεις για οδηγό.



Νίκος Γκάτσος



Τη λένε Κυριακή. Μένει στο διπλανό μας σπίτι, με τους γονείς της, τα δύο αδέρφια της και τη γιαγιά της. Είναι η αγαπημένη μου γειτονοπούλα και κάνουμε συχνά παρέα. Τη νοιώθω σαν να είναι το τρίτο μου εγγόνι.

Έντεκα χρόνων, πανέξυπνη, ευαίσθητη, ντροπαλή, με μία καρδούλα μάλαμα.
Αγαπάει τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και έχει τη σφραγίδα της δωρεάς στη ζωγραφική. Ζωγραφίζει συνεχώς και ζωγραφίζει όμορφα, πρωτότυπα, ανατρεπτικά. Η επιλογή των θεμάτων της ξεκινάει από πρόσωπα, συνεχίζει με αντικείμενα και τοπία και φτάνει μέχρι την απεικόνιση συναισθημάτων και εννοιών (έχει τύχει να ζωγραφίζει κάτι πού δεν έχει συγκεκριμένη μορφή και στην ερώτηση μου τι παριστάνει, η απάντηση της ήταν « το παραμύθι», ή, «το θύμωμα», ή, «η βρύση που τρέχει νερό όλο το χρόνο»). Η επιλογή των χρωμάτων της, των τόνων τους και των αποχρώσεων τους, είναι ένα ξέσπασμα παιδικής χαράς, ένα όργιο φαντασίας. Πέρα από τη ζωγραφική, τα μαθήματα και τη ζωή στο χωριό, που είναι τα θέματα για τα οποία πιάνουμε συνήθως κουβέντα, της αρέσει να της μιλάω για τα μέρη που έχω πάει και τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Εγώ, από τη μεριά μου, απολαμβάνω ότι και να μου λέει, κυρίως για τον τρόπο που τα λέει, αλλά και για την ωριμότητα, παρά τη μικρή της ηλικία, που έχουν μερικά από αυτά που λέει.

Την είδα χτες το πρωί, καθώς έβγαινα για να κατέβω στην πλατεία.
Καθόταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, στο κάτω-κάτω σκαλί. Γόνατα κολλημένα, πέλματα γυρισμένα προς τα μέσα, ώμοι κυρτοί, χέρια τυλιγμένα γύρω από τις γαμπούλες της να τις κρατάνε σφιχτά και το κεφάλι να ακουμπάει με το σαγόνι στα γόνατα. Λες και προσπαθούσε να μην πιάνει καθόλου τόπο, λες και προσπαθούσε να εξαφανιστεί. Τα ματάκια της λαμπύριζαν νοτισμένα και κοίταζαν μακριά, στο πουθενά.

«Τι χαμπάρια Κυριακούλα μου», τη ρώτησα, «τι έχεις και μου είσαι στενοχωρημένη, μήπως και πέσανε έξω τα καράβια σου; Πες μου και μένα που σ’ αγαπάω, να ξέρω».
Σήκωσε το κεφαλάκι της, με κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα και τα ματάκια της άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα. Ένα κλάμα χωρίς φωνές και αναφιλητά, μόνο στεναγμός και δάκρυ.
Έκατσα δίπλα της και προσπάθησα να την παρηγορήσω, χωρίς να ξέρω και την αιτία της πίκρας της. Με τα πολλά ηρέμησε και όταν της είπα ότι καλύτερα να ξεσπάμε παρά να ξεφυσάμε και καλύτερα να τα λέμε παρά να τα κλαίμε, άρχισε να μου μιλάει.

«Θυμόσαστε εκείνη τη ζωγραφική που είχα ξεκινήσει στην αρχή του καλοκαιριού και που ήθελα να ζωγραφίσω ολόκληρο το χωριό; Έφαγα πολύ καιρό , αλλά κατάφερα να την τελειώσω πριν αρχίσουν τα μαθήματα. Ήθελα να την έχω έτοιμη στην αρχή της σχολικής χρονιάς για να την χαρίσω στο δάσκαλο μας, που εκείνες τις μέρες ήταν και η γιορτή του. Μου έλεγε πάντα ότι του αρέσει η ζωγραφική μου και ότι θα ήθελε να ζωγραφίσω κάτι γι αυτόν. Τη μέρα της γιορτής του, πήρα τη ζωγραφική μου μαζί μου και στο πρώτο διάλειμμα πήγα στο γραφείο των δασκάλων να του τη δώσω. Τον βρήκα, του είπα ότι είχα ζωγραφίσει το χωριό μας και ότι του χάριζα τη ζωγραφική μου για τη γιορτή του. Του είπα και χρόνια πολλά. Αυτός μου είπε να την αφήσω στο τραπέζι που ήταν δίπλα του και να πάω στην αυλή με τα άλλα τα παιδιά. Πέρασε μία, πέρασαν δύο, πέρασαν τρείς μέρες και δεν μου είχε πει ούτε αν του άρεσε, ούτε ευχαριστώ, ούτε τίποτα. Τον ρώτησα λοιπόν εγώ αν του άρεσε και μου είπε ότι δεν την είχε δει ακόμα. Πέρασαν ακόμη μερικές μέρες, τον ξαναρώτησα και μου είπε ότι πρέπει να είχε μπερδευτεί κάπου μέσα στα χαρτιά του και δεν μπορούσε να την βρει, αλλά θα έψαχνε. Δεν τον ξαναρώτησα, αλλά ήμουνα πολύ στενοχωρημένη γιατί νόμιζα ότι δεν του άρεσε και δεν ήθελε να μου το πει για να μη με κακοκαρδίσει. Όμως, ο μεγάλος μου αδερφός, που πάει στην πρώτη γυμνασίου, μου είπε πως η κόρη του δάσκαλου, που είναι συμμαθήτρια του, είχε τη ζωγραφική μου, την έδειχνε εχθές στην τάξη και έλεγε πως είναι δικιά της. Κι εγώ δεν θέλω να πάω στο σχολείο, γιατί άμα πάω θα πρέπει να το πω στο δάσκαλο και θα τον κάνω να ντραπεί και ντρέπομαι και εγώ».

«Καλά βρε Κυριακούλα», της λέω, «γιατί να ντραπεί ο δάσκαλος και γιατί να ντραπείς κι εσύ;»

«Γιατί ο δάσκαλος», μου απάντησε, «δεν θυμόταν τι είχε κάνει τη ζωγραφική μου και γιατί η κόρη του έγινε ρεζίλι στην τάξη της. Όσο για μένα, ντρέπομαι γιατί φταίω που στενοχωρήθηκε ο δάσκαλος μου».

Άκουσα τον καημό της Κυριακούλας και φουρτούνιασα κι εγώ. Άσπλαχνη τύχη! Τι τρικυμία ήταν αυτή που σήκωσες στην ψυχούλα της; Γιατί της πήρες το γέλιο και τη συννέφιασες; Γιατί την έκανες να αμφιβάλλει για τους ανθρώπους και τις προθέσεις τους; Γιατί να πρέπει να πιστέψει, έστω και για λίγο, ότι ο δάσκαλος της την κορόιδεψε; Και πώς να πει κανείς σε ένα αθώο πλασματάκι, σαν κι αυτήν, ότι υπάρχουν και δάσκαλοι που κοροϊδεύουν, ότι υπάρχουν πολλοί που έγιναν διάσημοι κοροϊδεύοντας, ότι δεν φταίει αυτή για τα λάθη των άλλων, ότι υπάρχουν και χειρότερα, ότι ακόμη δεν έχει δει τίποτα; Επειδή, έτσι κι αλλιώς, όλα τα παραπάνω θα της τα μάθει η ζωή όταν έρθει η ώρα, προσπάθησα να την παρηγορήσω μιλώντας της για μεγάλους ζωγράφους, για μουσεία που είχα επισκεφθεί, για το ότι ίσως και αυτή, μία μέρα, να γινόταν μεγάλη ζωγράφος, με τα έργα της να καμαρώνουν σε εκθέσεις και πινακοθήκες. Όσο με άκουγε ημέρευε, το φως ξαναγύριζε στα μάτια της και το χαμόγελο στα χείλη της. Όταν σταμάτησα να μιλάω, ήταν πάλι η Κυριακούλα που ήξερα. Και τότε, μου είπε κάτι που με άφησε άφωνο και που το σκέφτομαι συνεχώς.

«Εγώ θα ζωγραφίζω σε όλη μου τη ζωή, αλλά θα ζωγραφίζω τα πράγματα όπως θέλω εγώ να είναι. Στη ζωγραφική που έκανα για το δάσκαλο, έκανα ωραία σπίτια, δρόμους χωρίς αυτοκίνητα και πολλά παιδιά, και ας μην έχει τίποτα από αυτά το χωριό μας. Και το σπίτι μας το έκανα πιο μεγάλο για να μην κοιμάμαι στο ίδιο δωμάτιο με τα αδέρφια μου. Το δικό σας το άφησα όπως είναι αλλά του μεγάλωσα το οικόπεδο για να έχει χώρο για τα δέντρα που μου λέτε ότι θέλετε να φυτέψετε. Έκανα και τη βρύση του χωριού να τρέχει πάλι».

«Και καλά βρε Κυριακή», τη ρώτησα, «πώς χωράνε όλα αυτά και φαίνονται σε ένα φύλλο του μπλοκ της ιχνογραφίας σου;» Η απάντηση ήταν καταπέλτης:

«Δεν φαίνονται και πολύ καλά, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι εκεί».

Πραγματικά, τη ζηλεύω την Κυριακούλα. Η φαντασία της προσπερνά την πραγματικότητα αγνοώντας την, τα αισθήματα της ανακαλούν τη λογική στη δική τους τάξη, οι επιθυμίες της αλλάζουν τη χωροταξία, τη γεωγραφία, τη δημογραφία. Όλος ο κόσμος είναι στα χέρια της και το ξέρει τόσο καλά, είναι τόσο σίγουρη για αυτό. Έτσι όμως είναι και η άνοιξη. Ότι και να κάνουμε εμείς για να της αλλάξουμε το δρόμο, αυτή, είτε σαν μπουμπούκι, είτε σαν χελιδόνι, είτε σαν Κυριακούλα, θα μας δηλώνει με κάθε τρόπο ότι η ζωή είναι πέρα από τη ζωή μας, ότι ο χρόνος είναι πέρα από το χρόνο μας και ότι, μέσα σε αυτή την έννοια της ζωής και του χρόνου, η παρουσία μας, ευτυχώς, δεν μπορεί να χαλάσει ότι υπήρξε πριν από εμάς και δεν μπορεί να καθορίσει τι θα υπάρξει μετά από εμάς. Το ξέρουμε άλλωστε, ότι η παρουσία μας στη γη θα είναι μία στιγμή στην ιστορία της και η μόνη ελπίδα μας να είναι αυτή η στιγμή ωραία, είναι τα μπουμπούκια, τα χελιδόνια και οι Κυριακούλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου