«Ας διαλέξουμε λοιπόν το δρόμο μας, ας τον περπατήσουμε άφοβα, αλλά όχι αδιάφορα, και ας αφεθούμε στη χαρά του ταξιδιού. Είναι το μόνο που αξίζει».
Με αυτά τα λόγια τελείωνε η ανάρτηση μου με τίτλο «ΔΡΟΜΟΙ», της 25ης Δεκεμβρίου, του χρόνου που μόλις μας άφησε. Θα προσπαθήσω να προχωρήσω τις σκέψεις μου, λίγο παραπέρα.
Ο δρόμος που διαλέξαμε να βαδίσουμε, έχει σπίτια, έχει εργαστήρια, έχει άλση και αλάνες, έχει και μαγαζιά. Όλα τα μαγαζιά έχουν απ’ έξω ταμπέλες, άλλα μεγάλες, άλλα μικρές, άλλα φωτισμένες, άλλα σκοτεινές, άλλα πολύχρωμες, άλλα ασπρόμαυρες, όλες όμως γράφουν το ίδιο πράγμα. «ΕΥΤΥΧΙΑ»!!! Δεν αξίζει τον κόπο να μπει κανείς μέσα. Όχι μόνο δεν αξίζει τον κόπο, αλλά είναι και επικίνδυνο, γιατί είναι άκρως παραπλανητικό. Ο κάθε μαγαζάτορας επιδεικνύει καμαρώνοντας την πραμάτεια του, την παινεύει, την εκθειάζει, αναφέρει ένα-ένα τα καλά της, δεν της βρίσκει κανένα ψεγάδι και δείχνει, ίσως και να είναι, πολύ ευτυχισμένος. Αν την έχει φτιάξει μόνος του, θα παινευτεί γι αυτό. Αν την πήρε έτοιμη, δεν θα βγάλει λέξη.
Μακριά από αυτά τα μαγαζιά, αν δεν θέλουμε να χάσουμε το χρόνο μας. Αυτός που έχει εκεί την ευτυχία του και την επιδεικνύει, ούτε μας πήρε μέτρα πριν τη φτιάξει, ούτε ξέρει τι πραγματικά θέλουμε, ούτε τα όνειρα μας, τους πόθους μας, τις επιθυμίες, τους φόβους μας γνωρίζει. Και, το κυριότερο, τις περισσότερες φορές την ευτυχία που κατέχει, ή νομίζει ότι κατέχει, τη θέλει για αποκλειστική του χρήση. Μία ευτυχία στα μέτρα μας, στα γούστα μας και στις ανάγκες μας μόνο από μόνοι μας μπορούμε να την φτιάξουμε, αφού μάλιστα σβήσουμε πρώτα από το μυαλό μας ότι είδαμε στα μαγαζιά της ευτυχίας και αφού διαλέξουμε υλικά που αντέχουν, που μας πηγαίνουν, που μπορούμε να τα αποκτήσουμε.
Ο δρόμος που διαλέξαμε να βαδίσουμε, έχει και κινηματογράφους, χιλιάδες κινηματογράφους που όλοι παίζουν ένα έργο με τίτλο «Η ΖΩΗ ΜΟΥ» και από κάτω έχουν ένα όνομα, διαφορετικό σε κάθε κινηματογράφο. Σε κάθε τέτοιο έργο, παραγωγός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και πρωταγωνιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, αυτό που το όνομα του φιγουράρει κάτω από τον τίτλο .
Μακριά από αυτούς τους κινηματογράφους, αν δεν θέλουμε να στενοχωρηθούμε. Οι πιο πολλοί έχουν ανεβασμένο έργο τη ζωή κάποιου ανθρώπου που ξέρουμε. Αν μας αρέσει, έχει καλώς, αν δεν μας αρέσει, όσο πιο πολύ γνωστός μας είναι ο παραγωγός-σκηνοθέτης-σεναριογράφος-πρωταγωνιστής, τόσο πιο πολύ στεναχωριόμαστε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Τα πράγματα όμως μπορεί να γίνουν πραγματικά άσχημα αν μπούμε σε κινηματογράφο που παίζει για έργο τη ζωή αγαπημένου μας προσώπου, παραδείγματος χάρη παιδιού ή συζύγου. Στις περιπτώσεις αυτές βλέπουμε την αλήθεια γυμνή και αφτιασίδοτη. Αν δεν μας αρέσει αυτή η αλήθεια, η πρώτη μας αντίδραση είναι λύπη ή/και θυμός. Η δεύτερη είναι να σκεφτούμε πως μπορούμε να αλλάξουμε, τουλάχιστον, το σενάριο και, ίσως, και κάποια πρόσωπα. Όταν, πολύ γρήγορα, διαπιστώσουμε ότι ούτε αυτό γίνεται, το έργο ήδη προβάλλεται, ή εγκαταλείπουμε την αίθουσα (δηλαδή, τη ζωή ανθρώπων που αγαπάμε), ή συνερχόμαστε από το σοκ και σκεφτόμαστε ότι καλά θα ήταν να μας άρεσε το έργο του, αλλά, στο κάτω-κάτω, δικό του είναι, αυτός κόπιασε, αυτός ξοδεύτηκε, αν του αρέσει κι όλας, εμάς μας φτάνει. Άλλωστε, σε έναν από τους κινηματογράφους του δικού του δρόμου θα παίζεται και το δικό μας έργο. Ας ευχηθούμε να το δει και να του αρέσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου