Πρωτοχρονιές σε χρόνους άλλους
Πρωτοχρονιές με τους μεγάλους
μικρός εσύ μικρός κι ο χρόνος
αλλάζατε κι οι δυο συγχρόνως
Λίγο μετά στα δεκαεφτά
με τους γονιούς σου ήσουν πάλι
μα αισθανόσουν ήδη απών
σε συντροφιά συμμαθητών
το σπίτι σου έχανε εξουσία
κι ο χρόνος την κρυφή του ουσία
Ύστερα γιόρταζες με φίλους
σ' ένα δωμάτιο καπνού
το θαύμα πάλι ήταν αλλού
στις παιδικές Πρωτοχρονιές σου
στο χρόνο που άλλαζε μαζί σου
πριν μεγαλώσει η αντίστασή σου
Τώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις
Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις
την λίγη πίστη του ενηλίκου
στην παιδική ανατολή του
Πρωτοχρονιές γιορτές του χρόνου
Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου
πως θα τις γιόρταζες εσύ
τώρα που έχεις το κλειδί ;
Μικρό κλειδί και σ' οδηγάει
σ' ένα παράσπιτο στο πλάι
σ' ένα μικρό - μικρό πλανήτη
πλάι στο μεγάλο άδειο σπίτι
Πάει ο καιρός που οι δικοί σας
σκηνοθετούσαν την γιορτή σας
και είσ' εσύ που πρέπει τώρα
να υψώσεις της γιορτής τα δώρα
Ποιος θα νοιαστεί και ποιος θα παίξει
Χρονοποιός ας είναι η λέξη
γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα
κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα
Διονύσης Σαββόπουλος
1946: Θυμάμαι ένα κλαδί πιπεριάς (ήταν εκείνα τα χρόνια γεμάτη η Αθήνα από αυτά τα πανέμορφα δεντράκια) σφηνωμένο σε μία καλογυαλισμένη οβίδα, ενθύμιο του πολέμου και της κατοχής. Ήταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας. Το στολίζαμε με κουκουναράκια τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο από πακέτα τσιγάρων, με κάτι πολύχρωμες κονκάρδες φτιαγμένες από κόκκινο, πράσινο και μπλε ασημόχαρτο, με κεράκια, που όμως δεν τα ανάβαμε για να μην πάρει φωτιά, με μπαμπάκι για χιόνι, με κάτι λωρίδες από ασημόχαρτο που τις λέγαμε λαμέτες και που παρίσταναν, υποθέτω, τη βροχή. Το αστέρι στην κορυφή του δέντρου, ήταν γυάλινο, δεν ήταν αστέρι και ήταν και σπασμένο. Εκείνα τα χρόνια η Πρωτοχρονιά ήταν μεγαλύτερη γιορτή από τα Χριστούγεννα, τουλάχιστον για τα παιδιά, γιατί οι μεγάλοι έπαιρναν το δώρο των Χριστουγέννων, το δεκατο τρίτο μισθό, ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και οι μικροί τα δώρα και τα καινούργια ρούχα, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Στο σπίτι δεν είχαμε τζάκι, είχαμε όμως μία μαντεμένια σόμπα, οπότε υπήρχε καμινάδα για τον Άγιο Βασίλη να κατέβει. Και εκείνη τη χρονιά κατέβηκε, φέρνοντας μου το πιο ωραίο δώρο που θυμάμαι να έχω πάρει. Ήταν ένα ξύλινο μοντέλο ενός στρατιωτικού τζιπ που το είχε φτιάξει για μένα ο θείος μου ο Τάκης , ένας από τους αδερφούς της μητέρας μου. Κανονικό αντίγραφο των G.P. Willy’s που κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια στην Αθήνα (έμοιαζαν με το παλιό WRANGLER της CRYSLER, και μερικά, αντίκες πια, κυκλοφορούν ακόμη), με φανάρια που αναβόσβηναν, με σχάρα στη μάσκα, με ανακλινόμενο παρμπρίζ, με μαρσπιέ και με τέντα, με ρεζέρβα και με ντεπόζιτο, με τα όλα του!!! Με εκείνο το τζιπ και με τη φαντασία μου, δεν άφησα πόλεμο για πόλεμο, εξερεύνηση για εξερεύνηση, εκδρομή για εκδρομή. Ο θείος μου ο Τάκης όμως, μερικούς μήνες μετά έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, με το τιμόνι στα χέρια και το γκάζι σανιδωμένο, στη στροφή της Ούλεν, στο δρόμο προς το Έντεν. Eden θα πει παράδεισος και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να πάει κανείς να βρει το θείο μου τον Τάκη.
1954: Θυμάμαι ένα μαγαζάκι- σούδα, στην οδό Πολυκλείτου, κοντά στην κεντρική αγορά της Αθήνας. Δούλευα, τις μέρες των σχολικών διακοπών, στο πρατήριο μίας βιοτεχνίας μπαλονιών. Από εμάς έρχονταν να αγοράσουν εμπόρευμα οι υπαίθριοι μπαλονάδες (υπήρχαν πολλοί εκείνα τα χρόνια), οι περιπτεράδες, καθώς και αυτοί που είχαν ψιλικατζίδικα στις συνοικίες. Το μπαλόνι, παρ όλο που δεν ήταν πολύ ακριβό, εθεωρείτο είδος πολυτελείας γιατί δεν κράταγε πολύ. Στο παιχνίδι έσκαγε εύκολα, και φυλαγμένο στο σπίτι ξεφούσκωνε και ξεθώριαζε γρήγορα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς ξεπουλήσαμε νωρίς, με πληρώσανε και μου χάρισαν και μία σακούλα μπαλόνια. Φούσκωσα πολλά από αυτά, τα έδεσα σε ένα καλάμι που είχε παρατήσει στο μαγαζί κάποιος μπαλονάς και ξεκίνησα να γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μου (μέναμε τότε στον Περισσό), για να τα πουλήσω στο δρόμο. Είχα πουλήσει δύο-τρία, όταν ένας άντρας μεθυσμένος με σταμάτησε έξω από το ποτοπωλείο, γωνία Αθηνάς και Ευριππίδου και μου ζήτησε να τον κεράσω ένα λικεράκι. Εκεί πήγε η είσπραξη. Περπατώντας και πουλώντας, έφτασα Αθηνάς και Λυκούργου και συνάντησα μία γυναίκα που ήταν πρώην πόρνη, λίγο σαλεμένη και γνωστή σε όσους κυκλοφορούσαν στην περιοχή. Μου ευχήθηκε «καλή χρονιά» συμπληρώνοντας την ευχή της με ένα κοσμητικό επίθετο πολύ κολακευτικό για τον ανδρισμό μου (μόλις είχα κλείσει τα δεκατρία και πολύ κολακεύτηκα) και μου δήλωσε ότι ήταν στεγνή από λεφτά, τσιγάρα και ποτό. Αποτέλεσμα, πάλι έμεινα με μηδέν ταμείο. Να μην τα πολυλογώ, στην Ομόνοια ήταν μία μάνα με το ανάπηρο παιδί της στο καροτσάκι, στο Σταθμό Λαυρίου ένας παπατζής, στο Μουσείο μία τσιγγάνα που έλεγε τη μοίρα, στην Πλατεία Αγάμων ένας καστανάς, στον Άγιο Λουκά αγόρασα ένα σουγιά και στην Αγία Βαρβάρα, στα Άνω Πατήσια, μία τράπουλα για το σπίτι , αν και κανένας στο σπίτι δεν έπαιζε χαρτιά, και ένα «στριφτάρι» για να παίξουμε το βράδυ «πάρτα όλα». Έφτασα στο σπίτι όπως ξεκίνησα από το μαγαζί, με μηδέν ταμείο, και με τη μάνα μου να με περιμένει στη μέση του δρόμου σίγουρη ότι κάτι θα είχα πάθει και ότι θα με φέρνανε σηκωτό.
Θυμάμαι ακόμη ότι την άλλη μέρα είχε τόσο καλό καιρό που φάγαμε για μεσημέρι στην αυλή.
1967: Θυμάμαι μία σοφίτα. Στο Τορόντο, στο νούμερο 36 της οδού Κρόφορντ, κοντά στη διασταύρωση Μπλούρ και Όσιγκτον. Δίνω το στίγμα με ακρίβεια γιατί ήταν το πρώτο σπίτι που έζησα σαν παντρεμένος, το πρώτο από τα δεκατρία σπίτια που αλλάξαμε στα έξη χρόνια που ζήσαμε στον Καναδά. Μέσα στο μοναδικό δωμάτιο του χώρεσε και ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, το πρώτο αληθινό έλατο που στολίζαμε.( Και τι δεν χωρούσε όμως αυτό το δωμάτιο. Γεμάτο ήταν. Παλιά έπιπλα και ενθύμια από την πατρίδα, βιβλία και δίσκοι, όνειρα και ελπίδες, σχέδια για το μέλλον και αγάπη. Ήταν καταφύγιο και ορμητήριο, φωλιά και βίγλα). Αντί για πρωτοχρονιάτικη έξοδο, προτιμήσαμε να μείνουμε μέσα χουζουρεύοντας, αντί για πρωτοχρονιάτικο δείπνο φάγαμε μισό γαλόνι παγωτό, μία πίττα λεμονιού και μία πίττα σοκολάτας. Η μουσική, το ποτό και οι ευχές, ήρθαν αργότερα. Μιλώντας για τον Καναδά πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρω ότι ποτέ δεν νοιώσαμε ξένοι, παρείσακτοι, ή ανεπιθύμητοι από τους ντόπιους ή από μετανάστες, σαν κι εμάς, άλλων εθνικοτήτων. Αν θα έπρεπε να αποδώσω με τρεις λέξεις τα συναισθήματα που εισπράτταμε, αυτές θα ήταν, κατανόηση, συμπαράσταση, αγάπη. Κάτι που εδώ, δύσκολα πια το εισπράττει κανείς.
1996: Θυμάμαι έναν Αλβανό. Να κάθεται μόνος, σε ένα τραπέζι καφενείου στην ορεινή Κορινθία, και να σφυρίζει κάποιο σκοπό της πατρίδας του. Η μελωδία θύμιζε ξεκάθαρα ηπειρώτικο σκοπό, γι αυτό ηχούσε οικεία και αγαπημένη. Η ομίχλη και το ψιλόβροχο δημιουργούσαν ένα υποβλητικό σκηνικό. Η μαγεία όμως της εικόνας, που σε καθήλωνε, έβγαινε από τη σοβαρότητα της έκφρασης του, από το σεβασμό του προς το ίδιο το τραγούδι που σφύριζε (και για ότι αυτό σήμαινε εκείνη τη στιγμή, γι αυτόν τον άνθρωπο), από τα υγρά, σχεδόν δακρυσμένα, μάτια του, από το μισοάδειο μπουκάλι της μπύρας, ακουμπισμένο στο ρημαγμένο τραπέζι, από τη βροχή που έβρισκε το δρόμο της μέσα από μία τρύπα της σχισμένης τέντας και έσταζε στον ώμο του, βαραίνοντας τον κι άλλο, και από την αγωνία του να πιάσει με τη ματιά του κάποια ματιά, κάποιο πρόσωπο, έτοιμα να γνέψουν, έτοιμα να χαιρετήσουν, έτοιμα να χαμογελάσουν. Ασυναίσθητα θυμήθηκα την πρώτη μου πρωτοχρονιά, σαν φαντάρος στη σκοπιά. Την πρώτη μου πρωτοχρονιά σαν μετανάστης. Την πρώτη μου πρωτοχρονιά σαν επιβάτης σε ένα σχεδόν άδειο αεροπλάνο. Όλες τις πρωτοχρονιές που ένοιωθα να λείπω από κάπου και όχι να είμαι κάπου.
2003: Θυμάμαι τη μάνα μου. Καθισμένη σε μία πολυθρόνα για ανήμπορους, από αυτές με τις ρόδες και το κάθισμα που μετατρέπεται σε τουαλέτα, ντυμένη και περιποιημένη, με τα σκουλαρίκια της και το κολιέ της (ήταν, βλέπεις, από τα νιάτα της κοκέτα) και με τα μαλλιά της χτενισμένα λες και βγήκε από το κομμωτήριο, ας είναι καλά η κοπέλα (μία Αρμένισσα από τη Φιλιππούπολη) που έμενε μαζί της.
Ήταν μεγάλη πια, κοντά στα ενενήντα πέντε της, δεν άκουγε σχεδόν καθόλου, δεν μίλαγε και δεν συμμετείχε στις κουβέντες μας. Ήταν βέβαια χαρά για τα παιδιά της, να νοιώθουμε ότι ζει και ότι βρίσκεται ανάμεσα μας, ακόμη κι αν δεν επικοινωνούσε. Ήταν όμως και λύπη να βλέπω σε αυτή την κατάσταση τον άνθρωπο που μου τραγουδούσε (αν και παράφωνα) τα πιο τρυφερά νανουρίσματα, μου έλεγε τα πιο ωραία παραμύθια, έφτιαχνε την πιο ωραία πάστα φλόρα και το πιο ωραίο φρικασέ, με μάθαινε να κλίνω σωστά τα ανώμαλα ρήματα και να προφέρω σωστά τα γαλλικά και, ακόμη, μου έπλεκε τα πιο ωραία πουλόβερ. Όταν μεγάλωσα και αργούσα κανένα βράδυ να γυρίσω στο σπίτι, δεν με περίμενε μόνο ξάγρυπνη, δεν έβγαινε μόνο στο μπαλκόνι για να με δει λίγο νωρίτερα, να ησυχάσει λίγο νωρίτερα, έβγαινε, με κρύο ή με ζέστη, μέχρι τη γωνία του δρόμου για να κερδίσει τη χαρά του «καλώς έχειν» μου μερικά δευτερόλεπτα νωρίτερα. Εκείνη την Πρωτοχρονιά από την οικογένεια μας είχε κοντά της μόνο μία εγγονή της. Μετά από λίγες μέρες, έφυγε.
2011: Πρωτοχρονιά στο πέλαγο. Το σκαρί παλιό, καλό, αλλά ταλαιπωρημένο. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα, οι καλύτεροι που βρέθηκαν, χρόνια στις θάλασσες, αλλά στο δρομολόγιο αυτό ήταν πρωτάρηδες, το λιμάνι του προορισμού λες και άλλαζε συνεχώς θέση, το δελτίο θυέλλης μαύρο-κατάμαυρο και τα πειρατικά να μας στριμώχνουν για να μας οδηγήσουν στους υφάλους, να βουλιάξουν το καράβι, να διαγουμίσουν το φορτίο, να μακελέψουν καπετάνιο, πλήρωμα, επιβάτες.
Και να ήταν μόνο αυτό; Οι επιβάτες της πρώτης θέσης να απειλούν ότι θα βουλιάξουν το καράβι αν ο καπετάνιος δεν γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε και να θέλουν να καπαρώσουν τις σωσίβιες λέμβους για την πάρτη τους. Την ίδια στιγμή, οι επιβάτες της δεύτερης θέσης, μία ομάδα από ανεύθυνους ξέμπαρκους ναυτικούς που κανείς δεν τους ήθελε για πλήρωμα, αντί να δώσει ένα χέρι μπας και γλυτώσουμε το φούντο, έβριζε τον καπετάνιο και το πλήρωμα και ευχόταν να μην τα καταφέρουν για να πάρουν αυτοί το κουμάντο στο επόμενο δρομολόγιο, λες και θα υπήρχε επόμενο αν αποτύχαινε αυτό.
Τέλος, οι επιβάτες της τρίτης θέσης, στριμωγμένοι στο αμπάρι, κάνανε το μόνο που μπορούσαν για να σώσουν την κατάσταση. Έσκιζαν τα ρούχα τους, για να ταπώνουν τις τρύπες που ολοένα άνοιγαν στα πλευρά του καραβιού, και με κορμιά μελανιασμένα, στομάχια άδεια και δόντια που κροτάλιζαν, προσπαθούσαν, προσπαθούσαν, προσπαθούσαν, γιατί μία ζωή, αυτό είχαν μάθει να κάνουν, αυτό ξέρανε, με αυτό τα έβγαζαν πάντα πέρα.
Ο καινούργιος χρόνος βρίσκει το καράβι να ταξιδεύει. Ας ελπίσουμε ότι το σκαρί θα αντέξει, ότι οι επιβάτες της τρίτης θέσης δεν θα τα παρατήσουν και ότι ο καπετάνιος θα αποφασίσει να πετάξει στη θάλασσα ότι δεν χρειάζεται, από εμπόρευμα, από πλήρωμα, από επιβάτες, όλη τη σαβούρα.
Άντε, και του χρόνου.
Καλή χρονιά να έχουμε κι εμείς και το καράβι. Να αξιωθούμε να το σύρουμε εκεί που ΕΜΕΙΣ θέλουμε και όχι εκεί που θέλει το κάθε...
ΑπάντησηΔιαγραφή