Οι τοίχοι αντιστήριξης των παλιών σταθμών, γεφυρών και
διαδρομών του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, πέρα από την κατασκευαστική τους
αρτιότητα, ήταν υψηλής αισθητικής και βρίσκονταν σε πλήρη αρμονία με το
περιβάλλον.
Σήμερα, αποτελούν στοιχεία υποβάθμισης των χώρων που άλλοτε
κοσμούσαν, καθώς έχουν κακοποιηθεί βάναυσα από άτεχνα και κακόγουστα, τις
περισσότερες φορές, grafiti.
Με τον ίδιο τρόπο έχουν κακοποιηθεί και προσόψεις σπιτιών και καταστημάτων,
δημοσίων υπηρεσιών και διατηρητέων μνημείων, ακόμα και αγαλμάτων.
Πού να οφείλεται άραγε, αυτή η ασέβεια των (λίγων, αλλά
ολοένα περισσότερων) νέων προς το δημόσιο χώρο, αυτή η τάση καταστροφής προς
ότι ομορφαίνει, ή, τουλάχιστον, κάνει λιγότερο άσχημα τα μέρη που ζουν και
κινούνται; Οι νέοι είναι από τη φύση τους, συναισθηματικοί, ορμητικοί,
ειλικρινείς και αυθόρμητοι. Πάντα ήταν τέτοιοι και πάντα θα είναι. Τι συνέβη
όμως και ενώ οι νέοι των προηγουμένων γενιών, με τα ίδια χαρακτηριστικά που
καθορίζουν και τους σημερινούς, σέβονταν το δημόσιο χώρο, οι σημερινοί τον
κακοποιούν και τον καταστρέφουν;
Δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι το δυσεξήγητο. Παράγοντες και
συγκυρίες που δεν ήταν της δικής τους επιλογής, μετέτρεψαν το συναισθηματισμό
σε κυνικότητα, την ορμή σε επιθετικότητα, την ειλικρίνεια σε αυθάδεια, και τον
αυθορμητισμό σε έλλειψη αυτοσυγκράτησης.
Κύριοι παράγοντες της διαμόρφωσης του χαρακτήρα των παιδιών
και των εφήβων ήταν, πάντα, η οικογένεια, το σχολείο και η γειτονιά. Και οι
τρεις αυτοί παράγοντες ήταν καθοριστικοί. Σήμερα, η οικογένεια των τριών γενεών
και των πολλών συγγενών έχει μετατραπεί σε οικογένεια των δύο γονέων, το
σχολείο-χώρος μάθησης έχει μετατραπεί σε σχολείο- προπονητήριο των Πανελλαδικών
και της εισόδου στο Δημόσιο και η γειτονιά-χώρος κοινωνικοποίησης του παιδιού
έχει αντικατασταθεί από τη γειτονιά-πολυκατοικία συμβίωσης(;) αγνώστων, τη
γειτονιά-τηλεόραση και τη γειτονιά-διαδίκτυο. Η κοινωνική απομόνωση, με την
εξαφάνιση της γειτονιάς παλαιού τύπου, βρήκε διέξοδο στην τηλεόραση, στο
διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (απέραντους σκουπιδότοπους
«ενημέρωσης» και «ψυχαγωγίας» όπου για να ξεχωρίσει κανείς τα ελάχιστα άξια
προσοχής στοιχεία, έχει σαν μοναδικό του εφόδιο τις γνώσεις και την καλλιέργεια
που του προσφέρει ένα σύστημα παιδείας
που του διδάσκει τα S.O.S. και
το κυνήγι των βαθμών και όχι τη χαρά της γνώσης).
Τα παραπάνω προέκυψαν από, ή είχαν σαν αποτέλεσμα, αλλαγές στις
αξίες, στις προτεραιότητες και στον
τρόπο επικοινωνίας. Όλα αυτά συνέβησαν σε εντυπωσιακά μικρό χρόνο, επειδή όλοι
έπρεπε να βιαστούν για να προλάβουν πράγματα που δεν είχαν το χρόνο ή/και τη
δυνατότητα να κατανοήσουν και να διαχειριστούν. Επειδή μία γενιά σε σύγχυση,
αδυναμία ομαλής διαχείρισης των αλλαγών και υπαρξιακή και κοινωνική ανασφάλεια,
έπρεπε να διαμορφώσει τους δρόμους της επόμενης γενιάς, χωρίς να γνωρίζει πώς,
έκανε το πιο εύκολο: Αφοσιώθηκε στην κάλυψη των υλικών αναγκών των παιδιών της που
ήταν λίγο-πολύ γνωστές, ήταν λίγο-πολύ μετρίσιμες και λίγο-πολύ ανέβαζαν το
κοινωνικό της status, αναγκαίο
γιατρικό κατά της υπαρξιακής-κοινωνικής των ανασφάλειας. Και, επειδή η κάλυψη
των νέων υλικών αναγκών, που όλο και αυξάνονταν, απαιτούσε μεγαλύτερες δαπάνες,
έγινε απαραίτητη η εργασιακή απασχόληση και των δύο γονέων, αφήνοντας όμως έτσι
ακάλυπτες σημαντικές συναισθηματικές ανάγκες.
Το εκπαιδευτικό σύστημα που παρ’ όλες τις ατέλειες του είχε
κάποιο αυτοσεβασμό και λειτουργούσε με μία λογική προσφοράς δημόσιου αγαθού,
κατεδαφίστηκε όταν η πολιτεία, θέλοντας να ικανοποιήσει παράλογες απαιτήσεις
για «εκδημοκρατισμό» του το παρέδωσε βορρά στις ορέξεις του κομματισμού και της
πελατοκρατίας.
Τέλος, η μετατροπή της γειτονιάς από «οριζόντια» σε
«κάθετη», με τη μέθοδο της αντιπαροχής, η παράδοση των μ.μ.ε. στους εργολάβους
και την ιδιωτική κερδοσκοπία, καθώς και η εισβολή του διαδικτύου και των μέσων
κοινωνικής δικτύωσης σε κάθε σπίτι, χωρίς προδιαγραφές, κώδικες και δυνατότητες
άμυνας, οδήγησαν τη νέα γενιά σε λάθος αξιακά πρότυπα, σε επιλογές ατομικής, σε
βάρος της κοινωνικής, ανέλιξης, σε απομόνωση.
Να λοιπόν πώς εξηγείται η κυνικότητα, η επιθετικότητα, η
αυθάδεια και η έλλειψη αυτοσυγκράτησης.
Μήπως όμως, τελικά, οι οργισμένοι μας νέοι δεν είναι "άγγελοι της καταστροφής", αλλά αποτελούν
μία μοναχική (πρωτο;)πορεία που δεν
ξέρει ακόμα τι θέλει, αλλά έχει αρχίσει να υποψιάζεται τι δεν θέλει και γι
αυτό, καταστρέφει ότι δεν την εκπροσωπεί, ακόμα κι αν είναι ωραίο; Μήπως οι
πέτρινοι τοίχοι αντιστήριξης τους θυμίζουν αυτούς που, αντί για μέλλον, της όρθωσαν
ένα τοίχο για να κουτουλάει πάνω του, να τον κατουράει, να τον ρυπαίνει και να αποτυπώνει
με grafiti τον καημό
της;
Μήπως, ο θυμός της για τον τοίχο έχει, με τα χρόνια,
μετατραπεί σε εξάρτηση από τον τοίχο, μήπως τελικά ο τοίχος είναι ο καθρέφτης
μέσα στον οποίο βλέπει τον εαυτό της και γι αυτό θέλει να του δείξει την αποστροφή
της, χωρίς να αποφασίζει να τον γκρεμίσει;
Μήπως η γενιά που έχτισε τον τοίχο, τον έχει κι αυτή ανάγκη
σαν χώρο/τόπο εκτόνωσης των νέων και τον βάφει και τον ξαναβάφει, όχι για να
τον κρατήσει καθαρό αλλά για να τους δίνει νέες ευκαιρίες, να τον λερώσουν
πάλι, να εκτονωθούν πάλι, να αντικρύσουν τον άσχημο εαυτό τους πάλι, ώσπου να
αποκαρδιωθούν, να απογοητευθούν, να απελπιστούν, να ηρεμήσουν και μπουν κι
αυτοί στο μαγγανοπήγαδο;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου