Δυόμιση χρόνια χωρίς δουλειά, αυτός και η
γυναίκα του, και δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο από την παλιά τους ζωή. Καμία του
προσπάθεια να βρει κάποια, οποιαδήποτε, δουλειά δεν καρποφόρησε και κάποια
σκόρπια μεροκάματα, από καθαριστής κήπων μέχρι ντελιβεράς, δεν βοήθησαν και
πολύ. Οικονομίες, ένα οικόπεδο, το αυτοκίνητο, τα κοσμήματα της γυναίκας του, τις
ξένες γλώσσες και το καράτε των αγοριών τους, όλα τα είχε φάει η οικονομική
κρίση, μαζί με τον αυτοσεβασμό και την αυτοπεποίθηση τους, μαζί με την ελπίδα
ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει προς το καλύτερο.
Το τελειωτικό χτύπημα όμως ήρθε με τη διακοπή
του ρεύματος από τη ΔΕΗ. Με αφορμή το μαγείρεμα (όποτε βρισκόταν κάτι για να
μαγειρέψουν), που έπρεπε να γίνεται, τώρα πια, στο καμινέτο, το διάβασμα για το
σχολείο, που έπρεπε να γίνεται, τώρα πια, με πετρελαιόλαμπα, τις μεγάλες ζέστες
ή τα μεγάλα κρύα, που δεν υπήρχε, τώρα πια, τρόπος να αντιμετωπιστούν, δεν πέρναγε
μέρα ή ώρα που να μη θυμούνται το σημείο που είχαν φτάσει.
Όμως, όπως μου έλεγε η γιαγιά μου, «τι ρίχνει
παιδί μου ο ουρανός και δεν το βαστά η γη;»
Η ιδέα του ήρθε όταν, κατεβάζοντας από τη
βιβλιοθήκη τα βιβλία του, μήπως και τα πάρει, έστω και μπιρ παρά, κανένας παλιατζής,
βρήκε ανάμεσα τους ένα πολύ αγαπημένο του παιδικό βιβλίο που είχε τον τίτλο «Ο Ναύκληρος Ρέντυ (ή Το ναυάγιο του “Ειρηνικός”)» και το οποίο,
εκτός από το ότι ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον αφήγημα, λειτουργούσε στην παιδική
φαντασία και σαν οδηγός επιβίωσης κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Φαντάστηκε
τότε τον εαυτό του και την οικογένειά του σαν ναυαγούς ξεβρασμένους από τα κύματα,
σε ένα άγνωστο και αφιλόξενο νησί, με μηδαμινά εφόδια και με ελάχιστες
πιθανότητες επιβίωσης. Και κατάλαβε, ότι αν μπορούσε να δει τη ζωή που ζούσαν
σαν μία περιπέτεια και τον αγώνα για την επιβίωση τους σαν μία πρόκληση, τότε
μόνο θα γλύτωνε το εγκεφαλικό και την κατάθλιψη, τότε μόνο τα παιδιά και η
γυναίκα του θα μπορούσαν να γίνουν συμπρωταγωνιστές του αντί να στέκουν απέναντι
του, μιζεριασμένοι νοσταλγοί μίας πραγματικότητας που δεν μπορούσε, αλλά και
δεν έπρεπε να επιστρέψει.
Κράτησε το
βιβλίο και δεν το έδωσε στον παλιατζή, το ξαναδιάβασε δύο-τρεις φορές, το έφερε
λίγο με τη φαντασία του στα μέτρα των περιστάσεων που ζούσαν και άρχισε με ζήλο
να αφιερώνει το χρόνο του (από αυτόν είχε, δυστυχώς, άφθονο), στη μύηση της
οικογένειας σε τακτικές επιβίωσης μέσα σε έκτακτες συνθήκες ανέχειας. Τα αγόρια
πιο γρήγορα, η γυναίκα του πιο διστακτικά, μπήκαν στο «πνεύμα» και μετατρέψανε
την προσπάθεια για επιβίωση σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι.
-Μάζευαν χαρτιά και κουτιά
αναψυκτικών για να τα πουλήσουν και έλεγαν ότι μάζευαν καρύδες και ανανάδες από
τη ζούγκλα.
-Παίρναν ρούχα από την εκκλησία της
ενορίας τους και έλεγαν ότι τα είχαν φτιάξει από τα δέρματα των ζώων που
κυνηγούσαν.
-Το συσσίτιο που παίρναν από το δήμο,
έλεγαν ότι είναι το φαγητό που έφτιαχναν από καρπούς που μάζευαν ή ζώα που
σκότωναν.
-Μάζευαν ξύλα από τα εγκαταλειμμένα
γιαπιά για να τα κάψουν μπας και ζεσταθούν κι έλεγαν ότι είναι ξύλα που τα
έφεραν από το δάσος.
-Πήγαιναν παντού με τα πόδια κι
έλεγαν ότι χαίρονται που στο νησί τους δεν έχουν καυσαέρια.
-Μέχρι και δέντρο για τα Χριστούγεννα
που έρχονταν ετοιμάζονταν να στήσουν, στολίζοντας το με στολίδια που τα είχαν
φτιάξει μόνοι τους.
Έρχονταν βέβαια και στιγμές που, οι
γονείς ιδιαίτερα αναρωτιόνταν τι νόημα είχε όλη αυτή η άρνηση της πραγματικότητας,
αλλά η απάντηση ερχόταν από μόνη της: σάμπως, είχε καλύτερο νόημα η πραγματικότητα; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ζώντας
στον κόσμο των ναυαγών που είχαν φτιάξει για να δραπετεύσουν από την αθλιότητα
της ζωής μέσα στην κρίση, είχαν ένα κοινό σκοπό, ζούσαν τη δική τους ζωή, είχαν,
ας πούμε, με κάποιο τρόπο, δραπετεύσει από μία φυλακή που την απεχθάνονταν, σε
ένα μέρος που, τουλάχιστον, όριζαν αυτοί τους κανόνες του παιχνιδιού.
Ώσπου, μία μέρα, έμαθαν πως μπορούσαν
να ζητήσουν να τους ξανασυνδέσουν το ρολόι του ρεύματος που τους είχαν κόψει με
το δίκτυο της ΔΕΗ.
Χαρές και πανηγύρια
στο σπίτι, μόλις ήρθε το ρεύμα. Δούλευαν τα φώτα, η ηλεκτρική κουζίνα, η ηλεκτρική
σόμπα, η τηλεόραση, ο υπολογιστής. Άναψαν τη σόμπα και ζεστάθηκε το κοκαλάκι
τους, μαγείρεψαν μακαρονάδα και φάγανε «σπιτικό φαΐ», άνοιξαν και την τηλεόραση
και άκουσαν τις ειδήσεις.
Η χαρά όμως της επανασύνδεσης με το ηλεκτρικό δεν κράτησε για
πολύ. Ο λόγος ήταν η τηλεόραση που, εξ αιτίας της, άρχισε να χαλάει το πράγμα,
και να χαλάει από δύο πλευρές. Από τη μία, οι ειδήσεις τους θύμιζαν,
ζωγραφίζοντας την με τα μελανότερα χρώματα, την τραγικότητα της κατάστασης που
βίωναν, ενώ από την άλλη, οι
διαφημίσεις, ιδιαίτερα αυτές τις μέρες των εορτών, τους έδειχναν, προβάλλοντας
τα με τον πιο προκλητικό τρόπο, πράγματα που ενώ τα είχαν μεγάλη ανάγκη ή τα
επιθυμούσαν πολύ, ήξεραν ότι ποτέ δεν θα μπορούσαν να τα αποκτήσουν. Το
αποτέλεσμα ήταν να καταπέσει το ηθικό όλων, να χάσουν κάθε όρεξη «για
περιπέτειες στους δρόμους της Αθήνας», να σταματήσουν να είναι τολμηροί ναυαγοί
σε ένα άγνωστο νησί και να αρχίσουν να
ξαναγίνονται δειλοί, ανήμποροι και άβουλοι νεόπτωχοι στη ζούγκλα της Αθήνας.
Πέρναγαν τις μέρες τους στημένοι μπροστά στην τηλεόραση, άκουγαν ειδήσεις,
κουτσομπολιά, ασήμαντα σίριαλ και διαφημίσεις και βυθίζονταν όλο και πιο πολύ
στη θλίψη και τη μιζέρια.
Η κατάσταση χειροτέρευε, μέρα με τη μέρα. Μουγκαμάρα στο
σπίτι, κατήφεια στο τραπέζι, αναστεναγμοί μπροστά από την τηλεόραση. Ο πατέρας
είδε να γκρεμίζεται ότι με κόπο είχαν χτίσει σαν αντίδοτο στη θλίψη και τον
πόνο της ανέχειας ,ήξερε την αιτία, ήξερε και το γιατρικό, αλλά δεν ήθελε να πάρει την απόφαση μόνος του. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τους μάζεψε μετά το
βραδινό φαγητό για να κουβεντιάσουν για την αιτία της αλλαγής της διάθεσης τους
προς το χειρότερο και για το τι θα μπορούσαν να κάνουν για να διορθώσουν την
κατάσταση.
Ένα χρόνο πριν, ούτε που θα τολμούσε να σκεφτεί ότι θα
μπορούσε να γίνει ανάμεσα στους τέσσερεις τους μία τέτοια συζήτηση σε ισότιμη
βάση. Όμως, το παιχνίδι της ζωής των ναυαγών στο άγνωστο νησί και ο τρόπος που
παίρναν τις αποφάσεις τους, εξ αιτίας ακριβώς αυτού του παιχνιδιού, για να
αντιμετωπίσουν τα καθημερινά τους προβλήματα, είχε καταργήσει την τυπική
ιεραρχία της οικογένειας και είχε κάνει τις σχέσεις τους πιο ζεστές, πιο
ειλικρινείς, πιο αληθινές. Μετά από το τέλος της συζήτησης, είχαν, ομόφωνα,
πάρει τις αποφάσεις τους, που ήταν:
Από αύριο, θα ξεφορτώνονταν την τηλεόραση και αν δεν εύρισκαν
την ηρεμία τους μέσα στις επόμενες μέρες θα πήγαιναν στη ΔΕΗ για να καταθέσουν
μία ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΡΕΥΜΑΤΟΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου