Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Στον πάτο, στη μοναξιά και στην απελπισία.



Ήταν να το δούμε κι αυτό.

Μετά από πολλά χρόνια μακαριότητας, ψευδαισθήσεων, οικονομικής ανόδου, καταναλωτισμού και ζωής με δανεικά από τις αγορές (ή με ζωή δανεική από τα παιδιά μας;), βρεθήκαμε να στεκόμαστε κλαρίνο μπροστά στην τρόικα και να παρακαλάμε για τη δόση μας, του δανείου, γυρνώντας τις τσέπες ανάποδα, μπας και πέσει καμιά δεκάρα. Κι αυτοί, πριν από κάθε δόση, να μας εκβιάζουν με τη λήψη καινούργιων μέτρων, αφού δεν είχαμε εφαρμόσει τα προηγούμενα.

Τι πρωτοζήτησε η Τρόικα όταν ήρθε για το πρώτο μνημόνιο; Διαρθρωτικές αλλαγές, μείωση των δαπανών του δημόσιου τομέα, αποκρατικοποιήσεις, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό και στην υγεία. Αυτά συμφωνήσαμε και υπογράψαμε.

Τι έκανε η κυβέρνηση; 

Κλάψα από όλους, σχεδόν, τους υπουργούς, για τα «άδικα» μέτρα που έπαιρναν.
Ψήφιση νόμων  που δεν εφαρμόζονταν.
Πρωτοφανής έλλειψη ομοιογένειας στον  κυβερνητικό λόγο και διαφορετικοί βαθμοί ποιότητας και παραγωγικότητας στο κυβερνητικό έργο.
Ατολμία σύγκρουσης με οργανωμένα συμφέροντα, δυναμικές συντεχνίες και ισχυρά λόμπις.
Κανένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης, κανένας οδικός χάρτης εξόδου από την κρίση, καμία αισιοδοξία στην αφήγηση του μέλλοντος.
Αποτέλεσμα; Μέτρα επί μέτρων, οριζόντιες πολιτικές που έθιγαν, κυρίως τους πιο αδύνατους και απροστάτευτους, καμία πράξη αποκατάστασης αισθήματος δικαιοσύνης και ισονομίας. 

Τι έκανε η αντιπολίτευση;

Ανεύθυνα και δημαγωγικά αντιδρούσε σε κάθε μεταρρύθμιση, πλην μερικών εξαιρέσεων από την ΝΔ και το ΛΑΟΣ, και συνηγορούσε σε κάθε αίτημα, δίκαιο ή όχι, κάθε διαμαρτυρομένου.
Οι βουλευτές, όλων των κομμάτων, των οποίων πελάτες υπήρξαν οι περισσότεροι εργαζόμενοι στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έδιναν μάχες προσκηνίου και παρασκηνίου για να τους προστατέψουν, λες και ήταν οι μόνοι άξιοι προστασίας, λες και άλλοι άξιοι προστασίας δεν υπήρχαν.

Τι έκανε το συνδικαλιστικό κίνημα;

Οι δύο μεγάλες συνομοσπονδίες των εργαζομένων, η ΑΔΕΔΥ και η ΓΣΕΕ έδιναν μάχες για να προστατέψουν προνόμια που έρχονταν σε αντίθεση με τις αλλαγές που είχε ανάγκη ο τόπος. Από το μέχρι σήμερα αποτέλεσμα, φαίνεται ότι το μόνο που κατάφεραν είναι να διατηρήσουν το αφύσικα μεγάλο μέγεθος του δημόσιου τομέα, με ότι αυτό συνεπάγεται, και με ουσιαστικό θύμα τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

Οι ηγεσίες του συντεχνιακού συνδικαλισμού των μεγάλων ομοσπονδιών (ΔΕΗ, ΟΤΑ, Συγκοινωνίες, Εκπαιδευτικοί, Χώρος Υγείας, κλπ), έδιναν μάχες για την «προστασία του δημόσιου χαρακτήρα» των χώρων/κλάδων απασχόλησής των, μιας και άλλο επιχείρημα δεν τολμούσαν να προβάλουν.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.


Α.- Μύθοι και Παραμύθια

Τη θαυμάσια ελληνική μυθολογία, πολύ λίγοι από εμάς τους Έλληνες τη γνωρίζουμε. Κάποιους μύθους ψελλίζουμε , κάποιοι από εμάς, χωρίς να γνωρίζουμε το χρόνο, τον τόπο και τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε, μέσα από την αλληγορία τους, το βαθύτερό τους νόημα. Ακόμα χειρότερα, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε επιλέξει, καταλήξει ή υποχρεωθεί να τους αντικαταστήσουμε με τα χειρότερα παραμύθια. Παραμύθια που τονώνουν την εθνική μας υπερηφάνεια πάνω σε μία στρεβλή αντίληψη για το έθνος, βασισμένη στη μοναδικότητα, την καθαρότητα και τα ανώτερα χαρακτηριστικά της φυλής μας και στον ιδιαίτερο ρόλο που μας έχει τάξει η μοίρα. Τα παραπάνω μας κάνουν να πιστεύουμε ότι υπερέχουμε των άλλων και ότι, εξ αυτού, όλοι μας χρωστάνε ενώ εμείς δεν χρωστάμε σε κανένα. Όταν όμως αποδεικνύεται από τα πράγματα ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ανακαλύπτουμε ότι δεν είναι η υπεροχή που μας λείπει, αλλά ότι εξυφαίνονται εναντίον μας συνομωσίες από διεθνή κέντρα που επιβουλεύονται, άλλοτε την εθνική μας κυριαρχία, άλλοτε τα νησιά μας και άλλοτε τον ορυκτό μας πλούτο. Προσπαθούμε έτσι να διώξουμε το φόβο που δεν μας αφήνει να κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, μη τυχόν και μας τρομάξει η πραγματική μας εικόνα, και να εξορκίσουμε την ανασφάλεια που μας κρατάει πάντα κολλημένους στο παρελθόν γιατί φοβόμαστε να αναμετρηθούμε με το μέλλον.

Β.- Το Σύστημα

Έτσι, κρατημένοι από το παρελθόν και ζώντας για το παρόν, αναθέσαμε τη διαχείριση του μέλλοντός μας στη Θεία Πρόνοια (έχει ο Θεός) και τη διόρθωση των λαθών της Θείας Πρόνοιας (όχι τα δικά μας!) στη Θεομήτορα (βοήθα Παναγία μου). Για τη διαχείριση του παρόντος δημιουργήσαμε ένα πολιτικό σύστημα που αναλαμβάνει εργολαβικά να λύσει τα προβλήματά μας, με αντάλλαγμα την, πολύτιμη για τη διαιώνιση του, ψήφο μας. Κι επειδή η κοινωνική μας συνειδητοποίηση εξαντλείται στα πλαίσια της οικογένειας, του σογιού, άντε και του χωριού, έτσι και λύσουμε το προσωπικό, οικογενειακό ή στενά τοπικό μας πρόβλημα, τίποτα άλλο δεν μας ενδιαφέρει. 

Αφού φτάσαμε, όπως φτάσαμε, στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής χωρίς να το καταλάβουμε (είναι τυχαίο άραγε ότι καμία πολιτική, πνευματική, κοινωνική, θρησκευτική ή άλλη ηγεσία δεν επιχειρεί να πει την αλήθεια, όπως τέλος πάντων την έχει συλλάβει, αλλά και ότι η κοινωνία δεν πολυκαίγεται να μάθει την αλήθεια, γι αυτό και πιστεύει τις μπαρούφες του κάθε άσχετου, ξερόλα ή απατεώνα;), ζητάμε, με μεγάλη πλειοψηφία και ακόμα πιο μεγάλη αγωνία, να παραμείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (των τραπεζιτών, των τοκογλύφων, των κακών Γερμανών, των σκληρών Ολλανδών, κλπ, κλπ)   με οποιοδήποτε τρόπο.

Είμαστε, αλήθεια τόσο ευρωπαϊστές; Αγαπήσαμε τόσο ξαφνικά τους «κουτόφραγκους», που «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, αυτοί τρώγανε βελανίδια από τα δέντρα»; Όχι βέβαια!

 Αλλά τότε; Τι συμβαίνει;

Τρία απλά πράγματα συμβαίνουν. Απεχθανόμαστε τόσο πολύ το πολιτικό μας σύστημα και αμφισβητούμε τόσο πολύ την ικανότητα και τη βούλησή του να προσφέρει κάτι θετικό στη χώρα, ώστε αρπαζόμαστε από το σωσίβιο της Ε.Ε.  Ύστερα, θέλουμε τα δανικά, όχι για να ξεχρεώσουμε τις επόμενες γενιές, αλλά γιατί νομίζουμε ότι θα φτάσουν τελικά κάποια από αυτά στα χέρια του καθενός από εμάς. Τέλος, κατά βάθος πιστεύουμε ότι κάτι θα γίνει και δεν θα χρειαστεί να τα επιστρέψουμε.
Παρακολουθήσαμε με κομμένη την ανάσα τη διαδικασία συζήτησης και ψήφισης από το ελληνικό κοινοβούλιο, του δεύτερου μνημονίου. Στην ουσία οι βουλευτές είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε μία αβέβαιη σωτηρία και μία σίγουρη χρεοκοπία.

Αβέβαιη σωτηρία, γιατί οι προϋποθέσεις επιτυχίας είναι πολλές και δύσκολες. (απαξιωμένο πολιτικό σύστημα, ανίκανο πολιτικό προσωπικό, ελλιπείς και διαβρωμένοι θεσμοί, κατακερματισμένη κοινωνία, έλλειμμα πολιτικής πνευματικής και επιχειρηματικής ηγεσίας , έλλειψη μπιστοσύνης του λαού στις δυνάμεις του είναι τα κύρια εμπόδια στην ευόδωση της όποιας προσπάθειας για έξοδο της χώρας από την κρίση).

Σίγουρη χρεοκοπία, γιατί οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά έχουν φροντίσει να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειες μίας ελληνικής χρεοκοπίας για αυτές και επιπλέον δέχονται όλο και πιο ισχυρές πιέσεις από τα εκλογικά τους σώματα για τιμωρία των αμαρτωλών. Είναι σχεδόν αδιάφορες για την τύχη της Ελλάδας ,όσον αφορά στις επιπτώσεις σε αυτές, και θεωρούν περίπου δίκαιη την τιμωρία ενός λαού για τα σφάλματα των κυβερνήσεών του. 

Αυτά, όσον αφορά στα δύο φανερά λήμματα του διλήμματος, γιατί υπήρχαν και αφανή ή, μάλλον, ανεπιτυχώς κουκουλωμένα. Ας τα δούμε:

α)   Υπήρχαν βουλευτές και υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που πίστευαν ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Α. Παπανδρέου, ιδιαίτερα κατά το σκέλος της μείωσης του ελλείμματος και του χρέους, ήταν ατελέσφορη και καταδικασμένη σε αποτυχία. Αυτοί διαχώρισαν τη θέση τους, είτε παραιτούμενοι από τη βουλευτική τους έδρα, είτε παραμένοντας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο κοινοβούλιο.

β)   Υπήρχαν άλλοι που πίστευαν το παραπάνω και, ταυτόχρονα, πίστευαν ότι υφίσταντο και προσωπική ζημιά, λόγω μείωσης της πιθανότητας επανεκλογής των.  Το μείγμα αυτών των δύο παραμέτρων δεν ήταν ίδιο σε όλους. Όσο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κυβερνούσε μόνο του, κανένας από τους παραπάνω δεν έπαιρνε το ρίσκο να καταψηφίσει «επώδυνες» αποφάσεις, γιατί δεν ήθελε να χρεωθεί μία σίγουρη χρεοκοπία. Τώρα, με τη «συγκυβέρνηση», τους δινόταν η ευκαιρία να ανασάνουν και να ξαναποκτήσουν λίγο από το χαμένο φιλολαϊκό τους προφίλ.

γ)    Υπήρχαν, τέλος, αυτοί που θέλουν και αντέχουν να δώσουν τη μάχη μέχρι το τέλος, αψηφώντας το πολιτικό κόστος, παραμερίζοντας το προσωπικό συμφέρον, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στην πολιτική τους σταδιοδρομία.

δ)    Από αυτούς που ψήφισαν ναι, υπήρχαν βουλευτές που το ψήφισαν με πλήρη συνείδηση της πράξης των και άλλοι που φοβήθηκαν τη διαγραφή ή την ευθύνη των συνεπειών ενός όχι. Σε αυτή την κατηγορία υπήρχαν και βουλευτές της Ν.Δ.

ε)    Υπήρχαν βουλευτές της Ν.Δ. που μετά από δύο χρόνια καταγγελτικών και αντιμνημονιακών επιλογών και ρητορικής της ηγεσίας τους, είχαν κτίσει ένα «αγωνιστικό» προφίλ στο εκλογικό τους κοινό και με αυτό θα πορεύονταν μέχρι τις εκλογές. Η στροφή της ηγεσίας της Ν.Δ. κάτω από μία άκρως απειλητική για τη χώρα πραγματικότητα τους δημιούργησε σοκ ανασφάλειας για την εκλογή τους επειδή, εκτός των άλλων, αδυνάτιζε πολύ η θέση τους απέναντι στους εκλογικούς τους αντίπαλους.
στ)  Ανάλογοι διαχωρισμοί και κατηγοριοποιήσεις μπορούν να γίνουν και για τους βουλευτές των μικρότερων κομμάτων, ανάλογα με το κοινό-στόχο του καθενός από αυτά, καθώς και για τους ανεξάρτητους.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι η Βουλή δεν είναι χωρισμένη σε ευρωπαϊστές και αντιευρωπαϊστές. Η Βουλή είναι, όπως πάντα, ένα μεγάλο σε μέγεθος, φτωχό σε δυνατότητες, ανομοιογενές σε αντίληψη για το ρόλο του και ξεπερασμένο από τα πράγματα στη λειτουργία του όργανο, που είναι όμως της επιλογής μας.

Γ.- Η Κοινωνία

Θα περίμενε κανείς ότι, σε μία τόσο κρίσιμη κατάσταση, τα ανακλαστικά της κοινωνίας για τα θύματα της κρίσης θα ήταν πιο ισχυρά, θα εκφράζονταν πιο ποικιλότροπα, θα έδειχναν μεγαλύτερη ευαισθησία. Με δύο λόγια, ο καθένας από μας θα νοιαζόταν περισσότερο για τους συμπατριώτες του, γνωστούς ή άγνωστους και, βέβαια, για τον τόπο του.

Δε βαριέσαι. Μόνο κάτι ρούχα που δεν μας έκαναν γιατί παχύναμε ή γιατί είχε περάσει η μόδα τους, κάτι κουβέρτες μάλλινες που δεν τις χρησιμοποιούσαμε γιατί μας αγκύλωναν και τις είχαμε αντικαταστήσει με παπλώματα, και μερικά πακέτα μακαρόνια ή ρύζι, αυτά  ήταν όλα κι όλα που μπορέσαμε να δώσουμε, κι αυτά από μακριά, χωρίς ένα σφίξιμο του χεριού, ένα χτύπημα στην πλάτη, μία κουβέντα παρηγοριάς, λες κι οι ανήμποροι συνάνθρωποί μας ήταν άρρωστοι και φοβόμασταν μην κολλήσουμε.

Και καλά για τους συνανθρώπους μας, για τον τόπο μας όμως, για την πατρίδα μας; Όλοι όσοι μπορέσαμε, απάνω της ξεσπάσαμε με μένος, με μίσος, με ευρηματικότητα, με διάρκεια. Λες και της τα είχαμε από χρόνια μαζεμένα και περιμέναμε την ευκαιρία, λες και έπρεπε αυτή να πληρώσει τα σπασμένα όλων μας.

Στη διάρκεια μίας μεγάλης κρίσης όλοι πρέπει να συνεισφέρουμε το κατά δύναμη για να ξεπεραστεί πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο ανώδυνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που πάρθηκαν ήταν άδικα και ότι οι φτωχοί στέναξαν από πραγματικό πόνο και αγανάκτηση, ενώ οι κατέχοντες από πραγματική ανακούφιση και υποκριτική αγανάκτηση. Όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεγαλύτερη αντίδραση για τις διαρθρωτικές αλλαγές και για τη διαφάνεια προήλθε από κατηγορίες πελατών του συστήματος,  και ανεύθυνων, το λιγότερο, πολιτικών κομμάτων. 

Είναι λογικό, και θεμιτό, όταν μία κοινωνική τάξη, μία συντεχνία, ένας κλάδος, θίγονται από κυβερνητικές πολιτικές, να αντιδρούν ακόμη και με τρόπους που ενοχλούν την κυβέρνηση ή δυσκολεύουν, για λίγο, τη ζωή των συμπολιτών τους. Αλλά αυτό απέχει πολύ από το να ξεσπάνε στην κοινωνία και να τιμωρούν την πατρίδα τους, δίνοντας μάλιστα αγώνες που διακρίνονται από έλλειμμα αρχών και περίσσευμα εξαπάτησης.

Σταχυολογώ μερικά παραδείγματα «αγώνων» για να γίνω πιο αντιληπτός:

Οι εφοριακοί δεν απεργούν, αλλά η είσπραξη φόρων έχει πατώσει. Ποιός την πληρώνει, η κυβέρνηση ή οι πολίτες που επειδή το κράτος δεν είχε έσοδα αναγκάστηκε να κάνει κι άλλες περικοπές στις αποδοχές τους;

Διαμαρτυρόμενη για την άρση του καμποτάζ, η ηγεσία των ναυτεργατικών σωματείων αποφασίζει να εμποδίσει την έξοδο τουριστών από τα κρουαζιερόπλοια και να τους κάνει να ακούν για Ελλάδα και να τρέχουν. Τα πληρώματα δεν απεργούν, αλλά «φίλιες προς το ναυτεργατικό κίνημα δυνάμεις» έχουν αναλάβει εργολαβικά τον αγώνα «τους». Ποιός την πληρώνει, η κυβέρνηση, ή οι εργαζόμενοι στα τουριστικά επαγγέλματα που βλέπουν τις θέσεις εργασίας να λιγοστεύουν και τις αποδοχές τους να περικόπτονται, και ο τόπος που χάνει έσοδα από το τουριστικό συνάλλαγμα;

Διαμαρτύρονται οι εργαζόμενοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς και ένας από τους τρόπους της διαμαρτυρίας των είναι να αφήνουν τους επιβάτες να ταξιδεύουν δωρεάν και να ζημιώνουν τις εταιρείες από τις οποίες πληρώνονται αλλά και όλους τους Έλληνες που πληρώνουν για τα ελλείμματά τους.

Απεργούν οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες καθαριότητας των ΟΤΑ και επικαλούνται την έγνοια τους να μην περάσει η καθαριότητα από τα χέρια του δημοσίου στα νύχια του μεγάλου κεφαλαίου. Ξέρουν ότι η δουλειά θα μπορούσε να γίνει καλύτερα και με πολύ λιγότερους, ξέρουν ότι δεν χάνουν ούτε ένα ευρώ από τις κινητοποιήσεις τους, γιατί θα βγάλουν περισσότερα από τις υπερωρίες που θα κάνουν μετά τη λήξη των κινητοποιήσεων, και εκβιάζουν την κοινωνία επειδή κανένας Δήμαρχος δεν έχει το θάρρος να αντιπαρατεθεί μαζί τους.

Απεργούν οι ταξιτζήδες ενάντια στην απελευθέρωση του επαγγέλματός των και σαν τζάμπα φίλοι του λαού και τζάμπα μάγκες, λόγω ανυπαρξίας της δικαιοσύνης, πηγαίνουν και «απελευθερώνουν» τα διόδια στις εθνικές οδούς, για να τιμωρήσουν, ποιόν άλλον, αυτούς που δεν θέλουν να είναι τζαμπατζήδες, αυτούς που πληρώνουν τους φόρους τους, αυτούς που ταλαιπωρούνται, χρόνου γύρισμα, από τα ταξί. 

 Μυριάδες οι καθυστερημένες υποθέσεις στα δικαστήρια, μάχη για τις αυξήσεις τους οι δικαστικοί
.
Μυριάδες οι χαμένες ώρες στα πανεπιστήμια, στ’ άρματα για την καρέκλα οι πανεπιστημιακοί.

Μυριάδες τα σκάνδαλα των γιατρών για τα φακελάκια, τα ορθοπεδικά βοηθήματα, την κατευθυνόμενη υπερσυνταγογράφηση, τις προμήθειες υλικού στα νοσοκομεία, η προστασία της υγείας του λαού από τα γενόσημα τους μάρανε.

Οι φαρμακοποιοί που άλλοτε δέχονταν μέχρι και έξη ετών καθυστέρηση εξόφλησης από τα ασφαλιστικά ταμεία, τώρα, στους τρεις μήνες απεργούν και εκβιάζουν γιατί θέλουν να κρατήσουν το επάγγελμά τους κλειστό. 

Δεν θα αναφέρω άλλο παράδειγμα, παρ’ όλο που υπάρχουν πάμπολλα, θα σταθώ όμως σε ένα άθλιο φαινόμενο, για τη γέννηση και τη διατήρηση του οποίου τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ και οι συνδικαλιστικοί φορείς των εκπαιδευτικών. Είναι αυτό των καταστροφών και των λεηλασιών στο κέντρο της Αθήνας. Όντας, οι παραπάνω οργανώσεις, άμαζες και γραφειοκρατικές, με μόνο μέλημά τους την με κάθε τρόπο διατήρησή τους στην εξουσία, μέσα από την  εξυπηρέτηση των εργαζομένων πελατών τους και των πολιτικών  πατρώνων τους, είναι ανάξιες να οργανώσουν και να περιφρουρήσουν μία πορεία, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που το επιχειρούν να παραδίνεται το κέντρο της Αθήνας στο έλεος των εγκληματιών, των πλιατσικολόγων, των μπαχαλάκηδων και των ανίκανων υπουργών προστασίας του πολίτη. 

Έχουν καθήσει ποτέ, η ΓΣΕΕ, η ΑΔΕΔΥ, η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ και η ΠΟΣΔΕΠ, να μετρήσουν πόσες επιχειρήσεις έχουν κλείσει, πόσες θέσεις εργασίας έχουν χαθεί, πόσοι τουρίστες έχουν ματαιώσει επισκέψεις στην Αθήνα, εξ αιτίας της εγκληματικής ανικανότητας, ανευθυνότητας και αδιαφορίας των; Δικαιολογία δεν έχουν καμία, γιατί διαδηλώσεις και πορείες γίνονται και από άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και παρατάξεις, είναι πολύ πιο μαζικές και δεν ανοίγει ρουθούνι.

Με αυτούς λοιπόν τους μύθους, με αυτό το σύστημα, με αυτή την κοινωνία, τελευταίοι, μόνοι κι απελπισμένοι, προσπαθούμε να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, να σταθούμε στα πόδια μας, να βρούμε το δρόμο μας.

 Γίνεται;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου